Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆anı 🔉  

ανάμνηση (η) 🔉  
ενθύμιο (το) 🔉  
απομνημόνευμα (το) 🔉  
☆anık 🔉  

ξύπνιος 🔉  
άγρυπνος 🔉  
☆anık 🔉  

διαυγής 🔉  
σαφής 🔉  
☆anıklama 🔉  

διαύγαση (η) 🔉  
αποσαφήνιση (η) 🔉  
☆anıklamak 🔉  

διαυγάζω 🔉  
αποσαφηνίζω 🔉  
☆anıklaşma 🔉  

διαύγαση (η) 🔉  
☆anıklaşmak 🔉  

διαυγάζω 🔉  
καθαρίζω 🔉  
☆anıklık 🔉  

διαύγεια (η) 🔉  
σαφήνεια (η) 🔉  
☆anılabilme 🔉  

δυνατότητα μνημόνευσης (η) 🔉  
☆anılabilmek 🔉  

μπορώ να μνημονευθώ 🔉  
☆anılagelme 🔉  

καθιερωμένη μνεία (η) 🔉  
☆anılagelmek 🔉  

μνημονεύομαι παραδοσιακά 🔉  
☆anılaşma 🔉  

αμοιβαία μνεία (η) 🔉  
☆anılaşmak 🔉  

μνημονεύομαι αμοιβαία 🔉  
☆anılık 🔉  

αναμνηστικό (το) 🔉  
ενθύμιο (το) 🔉  
☆anılış 🔉  

μνεία (η) 🔉  
αναφορά (η) 🔉  
☆anılma 🔉  

μνεία (η) 🔉  
ανάμνηση (η) 🔉  
☆anılmak 🔉  

μνημονεύομαι 🔉  
θυμάμαι 🔉  
☆anımsama 🔉  

ανάμνηση (η) 🔉  
ενθύμηση (η) 🔉  
☆anımsamak 🔉  

θυμάμαι 🔉  
ενθυμούμαι 🔉  
☆anımsanabilme 🔉  

δυνατότητα ανάκλησης (η) 🔉  
☆anımsanabilmek 🔉  

μπορώ να ανακληθώ στη μνήμη 🔉  
☆anımsanış 🔉  

ανάκληση στη μνήμη (η) 🔉  
☆anımsanma 🔉  

ανάκληση (η) 🔉  
ενθύμηση (η) 🔉  
☆anımsanmak 🔉  

ανακαλούμαι στη μνήμη 🔉  
θυμάμαι 🔉  
☆anımsatabilme 🔉  

δυνατότητα υπενθύμισης (η) 🔉  
☆anımsatabilmek 🔉  

μπορώ να υπενθυμίσω 🔉  
☆anımsatılabilme 🔉  

δυνατότητα να υπενθυμιστεί (η) 🔉  
☆anımsatılabilmek 🔉  

μπορώ να υπενθυμιστώ 🔉  
☆anımsatılma 🔉  

υπενθύμιση (η) 🔉  
☆anımsatılmak 🔉  

υπενθυμίζομαι 🔉  
☆anımsatış 🔉  

υπενθύμιση (η) 🔉  
☆anımsatıverme 🔉  

άμεση υπενθύμιση (η) 🔉  
☆anımsatıvermek 🔉  

υπενθυμίζω αμέσως 🔉  
☆anımsatma 🔉  

υπενθύμιση (η) 🔉  
☆anımsatmak 🔉  

υπενθυμίζω 🔉  
☆anımsayabilme 🔉  

δυνατότητα ενθύμησης (η) 🔉  
☆anımsayabilmek 🔉  

μπορώ να θυμηθώ 🔉  
☆anımsayış 🔉  

ενθύμηση (η) 🔉  
☆anımsayıverme 🔉  

άμεση ενθύμηση (η) 🔉  
☆anımsayıvermek 🔉  

θυμάμαι αμέσως 🔉  
☆anında 🔉  

αμέσως 🔉  
επιτόπου 🔉  
☆anındalık 🔉  

αμεσότητα (η) 🔉  
☆anırış 🔉  

γκάρισμα (το) 🔉  
☆anırma 🔉  

γκάρισμα (το) 🔉  
☆anırmak 🔉  

γκαρίζω 🔉  
☆anırtı 🔉  

γκάρισμα (το) 🔉  
☆anırtma 🔉  

πρόκληση γκαρίσματος (η) 🔉  
☆anırtmak 🔉  

κάνω να γκαρίσει 🔉  
☆anısal 🔉  

μνημονικός 🔉  
αναμνηστικός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱