Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
anlam 🔉  

νόημα (το) 🔉  
σημασία (η) 🔉  
anlam aykırılığı 🔉  

σημασιολογική αντίφαση (η) 🔉  
anlam bayağılaşması 🔉  

σημασιολογική εκχυδάιση (η) 🔉  
anlam bilimci 🔉  

σημασιολόγος (ο) 🔉  
anlam bilimi 🔉  

σημασιολογία (η) 🔉  
anlam bilimsel 🔉  

σημασιολογικός 🔉  
anlam daralması 🔉  

σημασιολογική στένωση (η) 🔉  
anlam değişmesi 🔉  

σημασιολογική μεταβολή (η) 🔉  
anlam genişlemesi 🔉  

σημασιολογική διεύρυνση (η) 🔉  
anlam iyileşmesi 🔉  

σημασιολογική βελτίωση (η) 🔉  
anlam kayması 🔉  

σημασιολογική μετατόπιση (η) 🔉  
anlam kötüleşmesi 🔉  

σημασιολογική επιδείνωση (η) 🔉  
anlama 🔉  

κατανόηση (η) 🔉  
anlamak 🔉  

καταλαβαίνω 🔉  
εννοώ 🔉  
anlamaklık 🔉  

κατανόηση (η) 🔉  
anlamazlık 🔉  

ακατανοησία (η) 🔉  
ανικανότητα κατανόησης (η) 🔉  
anlamca 🔉  

ως προς το νόημα 🔉  
σημασιολογικά 🔉  
anlamdaş 🔉  

συνώνυμος 🔉  
anlamdaşlık 🔉  

συνωνυμία (η) 🔉  
anlamlandırabilme 🔉  

δυνατότητα νοηματοδότησης (η) 🔉  
anlamlandırabilmek 🔉  

μπορώ να νοηματοδοτήσω 🔉  
anlamlandırılabilme 🔉  

δυνατότητα να νοηματοδοτηθεί (η) 🔉  
anlamlandırılabilmek 🔉  

μπορώ να νοηματοδοτηθώ 🔉  
anlamlandırılış 🔉  

νοηματοδότηση (η) 🔉  
anlamlandırılma 🔉  

νοηματοδότηση (η) 🔉  
anlamlandırılmak 🔉  

νοηματοδοτούμαι 🔉  
anlamlandırma 🔉  

νοηματοδότηση (η) 🔉  
anlamlandırmak 🔉  

νοηματοδοτώ 🔉  
anlamlı 🔉  

νοηματικός 🔉  
σημαντικός 🔉  
anlamlılık 🔉  

νοηματικότητα (η) 🔉  
σημαντικότητα (η) 🔉  
anlamsal 🔉  

σημασιολογικός 🔉  
anlamsallık 🔉  

σημασιολογικότητα (η) 🔉  
anlamsız 🔉  

άνευ νοήματος 🔉  
ασήμαντος 🔉  
anlamsızca 🔉  

άνευ νοήματος 🔉  
ασυνάρτητα 🔉  
anlamsızcasına 🔉  

σαν να μην έχει νόημα 🔉  
ασυνάρτητα 🔉  
anlamsızlaşabilme 🔉  

δυνατότητα απονοηματοδότησης (η) 🔉  
anlamsızlaşabilmek 🔉  

μπορώ να καταστώ άνευ νοήματος 🔉  
anlamsızlaşma 🔉  

απονοηματοδότηση (η) 🔉  
anlamsızlaşmak 🔉  

απονοηματοδοτούμαι 🔉  
χάνω το νόημά μου 🔉  
anlamsızlaştırabilme 🔉  

δυνατότητα απονοηματοδότησης (η) 🔉  
anlamsızlaştırabilmek 🔉  

μπορώ να απονοηματοδοτήσω 🔉  
anlamsızlaştırılma 🔉  

απονοηματοδότηση (η) 🔉  
anlamsızlaştırılmak 🔉  

απονοηματοδοτούμαι 🔉  
anlamsızlaştırma 🔉  

απονοηματοδότηση (η) 🔉  
anlamsızlaştırmak 🔉  

απονοηματοδοτώ 🔉  
anlamsızlık 🔉  

ασημαντότητα (η) 🔉  
έλλειψη νοήματος (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱