Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
arı
🔉
μέλισσα (η)
🔉
καθαρός
🔉
αγνός
🔉
☆
arı beyi
🔉
βασιλιάς των μελισσών (ο)
🔉
κηφήνας (ο)
🔉
☆
arı biti
🔉
ψείρα της μέλισσας (η)
🔉
☆
arı dalağı
🔉
κηρήθρα (η)
🔉
☆
arı duru
🔉
καθαρός
🔉
διαυγής
🔉
αγνός
🔉
☆
arı kil
🔉
καθαρός πηλός (ο)
🔉
☆
arı kovanı
🔉
κυψέλη (η)
🔉
☆
arı kuşu
🔉
μελισσοφάγος (ο)
🔉
☆
arı kuşugiller
🔉
μελισσοφάγοι (οι)
🔉
☆
arı sili
🔉
καθαρό σιτάρι (το)
🔉
☆
arı sütü
🔉
βασιλικός πολτός (ο)
🔉
☆
Arıcak
🔉
Αριτζάκ (το)
🔉
☆
arıcı
🔉
μελισσοκόμος (ο)
🔉
☆
arıcılık
🔉
μελισσοκομία (η)
🔉
☆
arık
🔉
αυλάκι (το)
🔉
χαντάκι (το)
🔉
☆
arık
🔉
ισχνός
🔉
αδύνατος
🔉
☆
arıkçı
🔉
αυλακάς (ο)
🔉
σκαφτιάς αυλακιών (ο)
🔉
☆
arıklama
🔉
αδυνάτισμα (το)
🔉
ισχνότητα (η)
🔉
☆
arıklamak
🔉
αδυνατίζω
🔉
ισχνάινω
🔉
☆
arıklaşma
🔉
αδυνάτισμα (το)
🔉
ισχνότητα (η)
🔉
☆
arıklaşmak
🔉
αδυνατίζω
🔉
ισχνάινω
🔉
☆
arıklatma
🔉
αδυνάτισμα (το)
🔉
αδυνάτισμα ζώου (το)
🔉
☆
arıklatmak
🔉
αδυνατίζω (κάποιον)
🔉
κάνω να αδυνατίσει
🔉
☆
arıklık
🔉
ισχνότητα (η)
🔉
αδυναμία (η)
🔉
☆
Arıkovanı
🔉
Αρικόβανι (το)
🔉
☆
arılama
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arılamak
🔉
καθαρίζω
🔉
εξαγνίζω
🔉
☆
arılanma
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arılanmak
🔉
καθαρίζομαι
🔉
εξαγνίζομαι
🔉
☆
arılar
🔉
μέλισσες (οι)
🔉
☆
arılaşma
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arılaşmak
🔉
καθαρίζομαι
🔉
εξαγνίζομαι
🔉
☆
arılaştırılma
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arılaştırılmak
🔉
καθαρίζομαι
🔉
εξαγνίζομαι
🔉
☆
arılaştırma
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arılaştırmak
🔉
καθαρίζω
🔉
εξαγνίζω
🔉
☆
arılık
🔉
μελισσοκομείο (το)
🔉
καθαρότητα (η)
🔉
αγνότητα (η)
🔉
☆
arınabilme
🔉
δυνατότητα κάθαρσης (η)
🔉
δυνατότητα εξαγνισμού (η)
🔉
☆
arınabilmek
🔉
μπορώ να καθαρθώ
🔉
μπορώ να εξαγνιστώ
🔉
☆
arındırabilme
🔉
δυνατότητα καθαρισμού (η)
🔉
δυνατότητα εξαγνισμού (η)
🔉
☆
arındırabilmek
🔉
μπορώ να καθαρίσω
🔉
μπορώ να εξαγνίσω
🔉
☆
arındırılma
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arındırılmak
🔉
καθαρίζομαι
🔉
εξαγνίζομαι
🔉
☆
arındırma
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arındırmak
🔉
καθαρίζω
🔉
εξαγνίζω
🔉
☆
arınık
🔉
καθαρός
🔉
αγνός
🔉
☆
arınıklık
🔉
καθαρότητα (η)
🔉
αγνότητα (η)
🔉
☆
arınış
🔉
κάθαρση (η)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arınma
🔉
κάθαρση (η)
🔉
εξαγνισμός (ο)
🔉
☆
arınmak
🔉
καθαρίζομαι
🔉
εξαγνίζομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱