Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
arka
🔉
πίσω
🔉
οπίσθιος
🔉
☆
arka arka
🔉
ο ένας πίσω από τον άλλον
🔉
διαδοχικά
🔉
☆
arka arkaya
🔉
ο ένας πίσω από τον άλλον
🔉
στη σειρά
🔉
☆
arka ayak
🔉
πίσω πόδι (το)
🔉
οπίσθιο σκέλος (το)
🔉
☆
arka müziği
🔉
μουσική υπόκρουση (η)
🔉
μουσική φόντου (η)
🔉
☆
arka plan
🔉
φόντο (το)
🔉
υπόβαθρο (το)
🔉
☆
arka planda
🔉
στο παρασκήνιο
🔉
στο φόντο
🔉
☆
arka sokak
🔉
πίσω δρόμος (ο)
🔉
παράδρομος (ο)
🔉
☆
arka teker
🔉
πίσω τροχός (ο)
🔉
☆
arka yüz
🔉
πίσω όψη (η)
🔉
οπίσθια πλευρά (η)
🔉
☆
arkabahçe
🔉
πίσω αυλή (η)
🔉
οπίσθιος κήπος (ο)
🔉
☆
arkaç
🔉
οπίσθιο τόξο (το)
🔉
☆
arkadan arkaya
🔉
από πίσω προς τα πίσω
🔉
διαδοχικά από πίσω
🔉
☆
arkadaş
🔉
φίλος (ο)
🔉
σύντροφος (ο)
🔉
συνάδελφος (ο)
🔉
☆
arkadaş canlısı
🔉
κοινωνικός
🔉
φιλικός
🔉
☆
arkadaşça
🔉
φιλικά
🔉
συντροφικά
🔉
☆
arkadaşlık
🔉
φιλία (η)
🔉
συντροφικότητα (η)
🔉
☆
arkadaşsız
🔉
χωρίς φίλους
🔉
άφιλος
🔉
☆
arkadaşsızlık
🔉
έλλειψη φίλων (η)
🔉
αφιλία (η)
🔉
☆
arkaik
🔉
αρχαϊκός
🔉
☆
arkaizm
🔉
αρχαϊσμός (ο)
🔉
☆
arkalama
🔉
στήριξη (η)
🔉
υποστήριξη (η)
🔉
☆
arkalamak
🔉
στηρίζω
🔉
υποστηρίζω
🔉
☆
arkalanma
🔉
στήριξη (η)
🔉
υποστήριξη (η)
🔉
☆
arkalanmak
🔉
στηρίζομαι
🔉
υποστηρίζομαι
🔉
☆
arkalı
🔉
με πλάτη
🔉
με υποστήριξη
🔉
☆
arkalıç
🔉
πλάτη (η)
🔉
☆
arkalık
🔉
πλάτη (η)
🔉
στήριγμα (το)
🔉
υποστήριξη (η)
🔉
☆
arkalıklı
🔉
με πλάτη
🔉
με στήριγμα
🔉
☆
arkalıksız
🔉
χωρίς πλάτη
🔉
χωρίς στήριγμα
🔉
☆
arkası pek
🔉
με ισχυρή υποστήριξη
🔉
με γερή πλάτη
🔉
☆
arkası sıra
🔉
πίσω σειρά (η)
🔉
☆
arkası yarın
🔉
συνέχεια αύριο (η)
🔉
☆
arkası yufka
🔉
δειλός
🔉
άτολμος
🔉
☆
arkasız
🔉
χωρίς υποστήριξη
🔉
απροστάτευτος
🔉
☆
arkasızlık
🔉
έλλειψη υποστήριξης (η)
🔉
απροστασία (η)
🔉
☆
arkaüstü
🔉
ανάσκελα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱