Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
at
🔉
άλογο (το)
🔉
ίππος (ο)
🔉
At
🔉
άτι (το)
🔉
ίππος (ο)
🔉
at arabası
🔉
άμαξα (η)
🔉
κάρο (το)
🔉
at bakıcılığı
🔉
ιπποκομία (η)
🔉
at bakıcısı
🔉
ιπποκόμος (ο)
🔉
at cambazı
🔉
ακροβάτης ιππασίας (ο)
🔉
at donu
🔉
τρίχωμα αλόγου (το)
🔉
at gözlüğü
🔉
παρωπίδες (οι)
🔉
at gözlüklü
🔉
με παρωπίδες
🔉
στενόμυαλος
🔉
at gözlüklülük
🔉
στενοκεφαλιά (η)
🔉
μυωπία (η)
🔉
at hırsızı
🔉
κλέφτης αλόγων (ο)
🔉
at kestanesi
🔉
αγριοκαστανιά (η)
🔉
καρπός αγριοκαστανιάς (ο)
🔉
at kestanesigiller
🔉
ιπποκαστανίδες (οι)
🔉
at meydanı
🔉
ιππόδρομος (ο)
🔉
at sineği
🔉
αλογόμυγα (η)
🔉
ata
🔉
πρόγονος (ο)
🔉
πατέρας (ο)
🔉
ata lira
🔉
χρυσή λίρα (η)
🔉
atabey
🔉
αταμπέης (ο)
🔉
Atabey
🔉
Αταμπέη (το)
🔉
atabilme
🔉
δυνατότητα ρίψης (η)
🔉
δυνατότητα πετάγματος (η)
🔉
atabilmek
🔉
ρίχνω
🔉
πετώ
🔉
atacılık
🔉
ατατισμός (ο)
🔉
ataerki
🔉
πατριαρχία (η)
🔉
ataerkil
🔉
πατριαρχικός
🔉
ataerkillik
🔉
πατριαρχικότητα (η)
🔉
πατριαρχία (η)
🔉
atak
🔉
επιθετικός
🔉
δραστήριος
🔉
τολμηρός
🔉
atak
🔉
επίθεση (η)
🔉
έφοδος (η)
🔉
ataklık
🔉
επιθετικότητα (η)
🔉
δραστηριότητα (η)
🔉
Atakum
🔉
Ατακούμ (το)
🔉
atalet
🔉
αδράνεια (η)
🔉
νωθρότητα (η)
🔉
atalık
🔉
κηδεμονία (η)
🔉
αναδοχή (η)
🔉
atama
🔉
διορισμός (ο)
🔉
ανάθεση (η)
🔉
atamak
🔉
διορίζω
🔉
αναθέτω
🔉
ataman
🔉
αταμάν (ο)
🔉
atanabilme
🔉
δυνατότητα διορισμού (η)
🔉
atanabilmek
🔉
δύναμαι να διοριστώ
🔉
atandırma
🔉
διορισμός (ο)
🔉
atandırmak
🔉
διορίζω
🔉
atanış
🔉
διορισμός (ο)
🔉
atanma
🔉
διορισμός (ο)
🔉
atanmak
🔉
διορίζομαι
🔉
atanmış
🔉
διορισμένος
🔉
atanmışlık
🔉
διορισμένη ιδιότητα (η)
🔉
ataraksiya
🔉
αταραξία (η)
🔉
atardamar
🔉
αρτηρία (η)
🔉
atari
🔉
αταρί (το)
🔉
ataş
🔉
ακόλουθος (ο)
🔉
atasarısı
🔉
σχέδιο προγόνου (το)
🔉
ataşe
🔉
ακόλουθος (ο)
🔉
Ataşehir
🔉
Ατασεχίρ (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱