Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
ata 🔉  

πρόγονος (ο) 🔉  
πατέρας (ο) 🔉  
ata lira 🔉  

χρυσή λίρα (η) 🔉  
atabey 🔉  

αταμπέης (ο) 🔉  
Atabey 🔉  

Αταμπέη (το) 🔉  
atabilme 🔉  

δυνατότητα ρίψης (η) 🔉  
δυνατότητα πετάγματος (η) 🔉  
atabilmek 🔉  

ρίχνω 🔉  
πετώ 🔉  
atacılık 🔉  

ατατισμός (ο) 🔉  
ataerki 🔉  

πατριαρχία (η) 🔉  
ataerkil 🔉  

πατριαρχικός 🔉  
ataerkillik 🔉  

πατριαρχικότητα (η) 🔉  
πατριαρχία (η) 🔉  
atak 🔉  

επιθετικός 🔉  
δραστήριος 🔉  
τολμηρός 🔉  
atak 🔉  

επίθεση (η) 🔉  
έφοδος (η) 🔉  
ataklık 🔉  

επιθετικότητα (η) 🔉  
δραστηριότητα (η) 🔉  
Atakum 🔉  

Ατακούμ (το) 🔉  
atalet 🔉  

αδράνεια (η) 🔉  
νωθρότητα (η) 🔉  
atalık 🔉  

κηδεμονία (η) 🔉  
αναδοχή (η) 🔉  
atama 🔉  

διορισμός (ο) 🔉  
ανάθεση (η) 🔉  
atamak 🔉  

διορίζω 🔉  
αναθέτω 🔉  
ataman 🔉  

αταμάν (ο) 🔉  
atanabilme 🔉  

δυνατότητα διορισμού (η) 🔉  
atanabilmek 🔉  

δύναμαι να διοριστώ 🔉  
atandırma 🔉  

διορισμός (ο) 🔉  
atandırmak 🔉  

διορίζω 🔉  
atanış 🔉  

διορισμός (ο) 🔉  
atanma 🔉  

διορισμός (ο) 🔉  
atanmak 🔉  

διορίζομαι 🔉  
atanmış 🔉  

διορισμένος 🔉  
atanmışlık 🔉  

διορισμένη ιδιότητα (η) 🔉  
ataraksiya 🔉  

αταραξία (η) 🔉  
atardamar 🔉  

αρτηρία (η) 🔉  
atari 🔉  

αταρί (το) 🔉  
ataş 🔉  

ακόλουθος (ο) 🔉  
atasarısı 🔉  

σχέδιο προγόνου (το) 🔉  
ataşe 🔉  

ακόλουθος (ο) 🔉  
Ataşehir 🔉  

Ατασεχίρ (το) 🔉  
ataşelik 🔉  

ιδιότητα ακολούθου (η) 🔉  
atasözü 🔉  

παροιμία (η) 🔉  
Atatürkçü 🔉  

κεμαλιστής (ο) 🔉  
κεμαλίστρια (η) 🔉  
κεμαλικός 🔉  
Atatürkçülük 🔉  

κεμαλισμός (ο) 🔉  
atavik 🔉  

αταβιστικός 🔉  
atavizm 🔉  

αταβισμός (ο) 🔉  
atayış 🔉  

ρίψη (η) 🔉  
πέταγμα (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱