Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
ateş
🔉
φωτιά (η)
🔉
πυρ (το)
🔉
πυρετός (ο)
🔉
☆
ateş balığı
🔉
πυρόψαρο (το)
🔉
☆
ateş böceği
🔉
πυγολαμπίδα (η)
🔉
☆
ateş böcekleri
🔉
πυγολαμπίδες (οι)
🔉
☆
ateş çiçeği
🔉
πυρολούλουδο (το)
🔉
☆
ateş düşürücü
🔉
αντιπυρετικό (το)
🔉
☆
ateş gecesi
🔉
νύχτα φωτιάς (η)
🔉
☆
ateş gemisi
🔉
πυρπολικό (το)
🔉
☆
ateş hattı
🔉
γραμμή πυρός (η)
🔉
☆
ateş kayığı
🔉
πυρπολικό (το)
🔉
☆
ateş kırmızısı
🔉
πυρόχρωμος
🔉
κόκκινο της φωτιάς (το)
🔉
☆
ateş küre
🔉
πυρόσφαιρα (η)
🔉
☆
ateş pahası
🔉
πανάκριβος
🔉
σε τιμή φωτιάς
🔉
☆
ateş parçası
🔉
κομμάτι φωτιάς (το)
🔉
φλογερό άτομο (το)
🔉
☆
ateş tuğlası
🔉
πυρότουβλο (το)
🔉
πυρίμαχο τούβλο (το)
🔉
☆
ateşbaz
🔉
πυροβάτης (ο)
🔉
☆
ateşbazlık
🔉
πυροβασία (η)
🔉
☆
ateşçi
🔉
πυροτεχνουργός (ο)
🔉
θερμαστής (ο)
🔉
☆
ateşçilik
🔉
πυροτεχνουργία (η)
🔉
☆
ateşe dayanıklı
🔉
πυρίμαχος
🔉
☆
ateşe dayanıklılık
🔉
πυραντοχή (η)
🔉
☆
ateşin
🔉
πύρινος
🔉
φλογερός
🔉
☆
ateşkes
🔉
ανακωχή (η)
🔉
κατάπαυση πυρός (η)
🔉
☆
ateşleme
🔉
ανάφλεξη (η)
🔉
πυροδότηση (η)
🔉
άναμμα (το)
🔉
☆
ateşlemek
🔉
ανάβω
🔉
πυροδοτώ
🔉
πυροβολώ
🔉
☆
ateşlendirme
🔉
πρόκληση πυρετού (η)
🔉
πυρετογένεση (η)
🔉
☆
ateşlendirmek
🔉
προκαλώ πυρετό
🔉
ανεβάζω πυρετό
🔉
☆
ateşlenebilme
🔉
δυνατότητα ανάφλεξης (η)
🔉
δυνατότητα πυρετού (η)
🔉
☆
ateşlenebilmek
🔉
αναφλέγομαι
🔉
ανεβάζω πυρετό
🔉
☆
ateşleniş
🔉
ανάφλεξη (η)
🔉
πυροδότηση (η)
🔉
☆
ateşlenme
🔉
ανάφλεξη (η)
🔉
πυρετός (ο)
🔉
☆
ateşlenmek
🔉
αναφλέγομαι
🔉
πυρετώ
🔉
ανεβάζω πυρετό
🔉
☆
ateşletme
🔉
πυροδότηση (η)
🔉
άναμμα (το)
🔉
☆
ateşletmek
🔉
πυροδοτώ
🔉
ανάβω
🔉
☆
ateşleyebilme
🔉
δυνατότητα πυροδότησης (η)
🔉
δυνατότητα ανάμματος (η)
🔉
☆
ateşleyebilmek
🔉
δύναμαι να πυροδοτήσω
🔉
δύναμαι να ανάψω
🔉
☆
ateşleyici
🔉
πυροδοτικός
🔉
πυροκροτητής (ο)
🔉
☆
ateşleyicilik
🔉
πυροδότηση (η)
🔉
☆
ateşleyiverme
🔉
αιφνίδια πυροδότηση (η)
🔉
αιφνίδιο άναμμα (το)
🔉
☆
ateşleyivermek
🔉
πυροδοτώ αμέσως
🔉
ανάβω αμέσως
🔉
☆
ateşli
🔉
εμπύρετος
🔉
πύρινος
🔉
φλογερός
🔉
☆
ateşli ateşli
🔉
με πυρετό
🔉
φλογερά
🔉
☆
ateşli silah
🔉
πυροβόλο όπλο (το)
🔉
☆
ateşlik
🔉
εστία (η)
🔉
τζάκι (το)
🔉
☆
ateşlilik
🔉
εμπύρετη κατάσταση (η)
🔉
φλογερότητα (η)
🔉
☆
ateşperest
🔉
ζωροαστριστής (ο)
🔉
πυρολάτρης (ο)
🔉
☆
ateşperestlik
🔉
ζωροαστρισμός (ο)
🔉
πυρολατρία (η)
🔉
☆
ateşsiz
🔉
άπυρος
🔉
χωρίς φωτιά
🔉
☆
ateşsizlik
🔉
έλλειψη φωτιάς (η)
🔉
☆
ateşten gömlek
🔉
πουκάμισο από φωτιά (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱