Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆ayı 🔉  

αρκούδα (η) 🔉  
☆ayı balığı 🔉  

θαλάσσιος ίππος (ο) 🔉  
☆ayı gülü 🔉  

παιώνια (η) 🔉  
☆ayı üzümü 🔉  

αρκτοστάφυλο (το) 🔉  
☆ayı yürüyüşü 🔉  

αρκουδίσιο βάδισμα (το) 🔉  
☆ayıbacağı 🔉  

αρκτοπόδι (το) 🔉  
☆ayıboğan 🔉  

αρκτοκτόνος (ο) 🔉  
☆ayıcı 🔉  

αρκουδιάρης (ο) 🔉  
☆ayıcılık 🔉  

αρκουδιαρία (η) 🔉  
☆ayıgiller 🔉  

αρκτίδες (οι) 🔉  
☆ayık 🔉  

νηφάλιος 🔉  
ξάστερος 🔉  
☆ayıklama 🔉  

διαλογή (η) 🔉  
καθαρισμός (ο) 🔉  
☆ayıklamak 🔉  

διαλέγω 🔉  
καθαρίζω 🔉  
☆ayıklanabilme 🔉  

δυνατότητα διαλογής (η) 🔉  
δυνατότητα καθαρισμού (η) 🔉  
☆ayıklanabilmek 🔉  

δύναμαι να διαλεχθώ 🔉  
δύναμαι να καθαριστώ 🔉  
☆ayıklanış 🔉  

διαλογή (η) 🔉  
καθαρισμός (ο) 🔉  
☆ayıklanıverme 🔉  

γρήγορη διαλογή (η) 🔉  
☆ayıklanıvermek 🔉  

διαλέγομαι αμέσως 🔉  
☆ayıklanma 🔉  

διαλογή (η) 🔉  
καθαρισμός (ο) 🔉  
☆ayıklanmak 🔉  

διαλέγομαι 🔉  
καθαρίζομαι 🔉  
☆ayıklatabilme 🔉  

δυνατότητα να καθαριστεί (η) 🔉  
☆ayıklatabilmek 🔉  

δύναμαι να βάλω να καθαρίσουν 🔉  
☆ayıklatma 🔉  

ανάθεση καθαρισμού (η) 🔉  
☆ayıklatmak 🔉  

βάζω να καθαρίσουν 🔉  
αναθέτω καθαρισμό 🔉  
☆ayıklayabilme 🔉  

δυνατότητα διαλογής (η) 🔉  
δυνατότητα καθαρισμού (η) 🔉  
☆ayıklayabilmek 🔉  

δύναμαι να διαλέξω 🔉  
δύναμαι να καθαρίσω 🔉  
☆ayıklayıverme 🔉  

γρήγορος καθαρισμός (ο) 🔉  
☆ayıklayıvermek 🔉  

καθαρίζω αμέσως 🔉  
☆ayıklık 🔉  

νηφαλιότητα (η) 🔉  
☆ayıkma 🔉  

νηφαλιότητα (η) 🔉  
☆ayıkmak 🔉  

ξεμεθώ 🔉  
συνέρχομαι 🔉  
☆ayıkulağı 🔉  

αρκτοώτι (το) 🔉  
☆ayılabilme 🔉  

δυνατότητα να συνέλθει (η) 🔉  
☆ayılabilmek 🔉  

δύναμαι να συνέλθω 🔉  
☆ayılaşma 🔉  

εκβαρβάρωση (η) 🔉  
☆ayılaşmak 🔉  

εκβαρβαρώνομαι 🔉  
☆ayılık 🔉  

αγριότητα (η) 🔉  
χοντροκοπιά (η) 🔉  
☆ayılış 🔉  

σύνεση (η) 🔉  
☆ayılma 🔉  

σύνεση (η) 🔉  
ανάνηψη (η) 🔉  
☆ayılmak 🔉  

συνέρχομαι 🔉  
ανακτώ τις αισθήσεις μου 🔉  
☆ayıltabilme 🔉  

δυνατότητα ανάνηψης (η) 🔉  
☆ayıltabilmek 🔉  

δύναμαι να συνεφέρω 🔉  
☆ayıltı 🔉  

ανάνηψη (η) 🔉  
☆ayıltılma 🔉  

ανάνηψη (η) 🔉  
☆ayıltılmak 🔉  

συνεφέρομαι 🔉  
☆ayıltma 🔉  

ανάνηψη (η) 🔉  
☆ayıltmak 🔉  

συνεφέρω 🔉  
ανανήπτω 🔉  
☆ayın 🔉  

του μήνα 🔉  
☆ayın on dördü 🔉  

πανσέληνος (η) 🔉  
☆ayınga 🔉  

κούνια (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱