Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ayak
🔉
πόδι (το)
🔉
σκέλος (το)
🔉
βάση (η)
🔉
ayak atışı
🔉
κλωτσιά (η)
🔉
λάκτισμα (το)
🔉
ayak bağı
🔉
δεσμός ποδιού (ο)
🔉
εμπόδιο (το)
🔉
ayak bileği
🔉
αστράγαλος (ο)
🔉
ayak divanı
🔉
υποπόδιο (το)
🔉
ayak hatası
🔉
σφάλμα ποδιού (το)
🔉
ayak havlusu
🔉
πετσέτα ποδιών (η)
🔉
ayak işi
🔉
εργασία με τα πόδια (η)
🔉
ayak izi
🔉
αποτύπωμα ποδιού (το)
🔉
ίχνος ποδιού (το)
🔉
ayak keseri
🔉
πελέκι (το)
🔉
ayak kirası
🔉
ναύλος (ο)
🔉
ayak oyunu
🔉
ίντριγκα (η)
🔉
μηχανορραφία (η)
🔉
ayak perde
🔉
ποδόγυρος (ο)
🔉
ayak satıcısı
🔉
πλανόδιος πωλητής (ο)
🔉
ayak tabanı
🔉
πέλμα (το)
🔉
ayak tarağı
🔉
μετατάρσιο (το)
🔉
ayak tedavisi
🔉
ποδοθεραπεία (η)
🔉
ayak tenisi
🔉
ποδοτένις (το)
🔉
ayak teri
🔉
ιδρώτας ποδιών (ο)
🔉
ayak topu
🔉
ποδόσφαιρο (το)
🔉
ayak ucu
🔉
μύτη ποδιού (η)
🔉
ayakaltı
🔉
κάτω από τα πόδια
🔉
ποδοπάτημα (το)
🔉
ayakbastı
🔉
τέλος εισόδου (το)
🔉
δικαίωμα πατήματος (το)
🔉
ayakçak
🔉
μικρό πόδι (το)
🔉
ποδαράκι (το)
🔉
ayakçı
🔉
θεληματάρης (ο)
🔉
αγγελιοφόρος (ο)
🔉
ayakçılık
🔉
θεληματοδουλειά (η)
🔉
αγγελιοφορία (η)
🔉
ayakçın
🔉
ποδάρι (το)
🔉
ayakkabı
🔉
παπούτσι (το)
🔉
ayakkabıcı
🔉
τσαγκάρης (ο)
🔉
υποδηματοποιός (ο)
🔉
ayakkabıcılık
🔉
τσαγκαρική (η)
🔉
υποδηματοποιία (η)
🔉
ayakkabılık
🔉
παπουτσοθήκη (η)
🔉
ραφιέρα παπουτσιών (η)
🔉
ayaklama
🔉
στήριξη (η)
🔉
ayaklamak
🔉
στηρίζω
🔉
ayaklanabilme
🔉
δυνατότητα εξέγερσης (η)
🔉
ayaklanabilmek
🔉
δύναμαι να εξεγερθώ
🔉
ayaklandırabilme
🔉
δυνατότητα υποκίνησης σε εξέγερση (η)
🔉
ayaklandırabilmek
🔉
δύναμαι να υποκινήσω σε εξέγερση
🔉
ayaklandırılabilme
🔉
δυνατότητα υποκίνησης σε εξέγερση (η)
🔉
ayaklandırılabilmek
🔉
δύναμαι να υποκινηθώ σε εξέγερση
🔉
ayaklandırılma
🔉
υποκίνηση σε εξέγερση (η)
🔉
ayaklandırılmak
🔉
υποκινούμαι σε εξέγερση
🔉
ayaklandırma
🔉
υποκίνηση σε εξέγερση (η)
🔉
ayaklandırmak
🔉
υποκινώ σε εξέγερση
🔉
ayaklanış
🔉
εξέγερση (η)
🔉
επανάσταση (η)
🔉
ayaklanıverme
🔉
αιφνίδια εξέγερση (η)
🔉
ayaklanıvermek
🔉
εξεγείρομαι αιφνιδίως
🔉
ayaklanma
🔉
εξέγερση (η)
🔉
επανάσταση (η)
🔉
ayaklanmak
🔉
εξεγείρομαι
🔉
επαναστατώ
🔉
ayaklı
🔉
με πόδια
🔉
ποδαράτος
🔉
ayaklı ansiklopedi
🔉
ζωντανή εγκυκλοπαίδεια (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱