Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆aydın 🔉  

διανοούμενος (ο) 🔉  
φωτεινός 🔉  
☆Aydın 🔉  

Αϊδίνιο (το) 🔉  
☆aydınca 🔉  

κατά το δυνατόν σαφώς 🔉  
☆aydıncık 🔉  

μικρός διανοούμενος (ο) 🔉  
☆Aydıncık 🔉  

Αϊντζίκ (το) 🔉  
☆aydınger 🔉  

ριζόχαρτο (το) 🔉  
☆aydınlanabilme 🔉  

δυνατότητα διαφώτισης (η) 🔉  
δυνατότητα φωτισμού (η) 🔉  
☆aydınlanabilmek 🔉  

δύναμαι να διαφωτιστώ 🔉  
δύναμαι να φωτιστώ 🔉  
☆aydınlanış 🔉  

διαφώτιση (η) 🔉  
φωτισμός (ο) 🔉  
☆aydınlanıverme 🔉  

αιφνίδια διαφώτιση (η) 🔉  
☆aydınlanıvermek 🔉  

διαφωτίζομαι αιφνιδίως 🔉  
☆aydınlanma 🔉  

διαφώτιση (η) 🔉  
φωτισμός (ο) 🔉  
☆aydınlanmak 🔉  

διαφωτίζομαι 🔉  
φωτίζομαι 🔉  
☆Aydınlar 🔉  

Αϊντίνλαρ (το) 🔉  
☆aydınlaşma 🔉  

εκλέπτυνση (η) 🔉  
διαφώτιση (η) 🔉  
☆aydınlaşmak 🔉  

εκλεπτύνομαι 🔉  
διαφωτίζομαι 🔉  
☆aydınlatabilme 🔉  

δυνατότητα φωτισμού (η) 🔉  
δυνατότητα διαφώτισης (η) 🔉  
☆aydınlatabilmek 🔉  

δύναμαι να φωτίσω 🔉  
δύναμαι να διαφωτίσω 🔉  
☆aydınlatılabilme 🔉  

δυνατότητα φωτισμού (η) 🔉  
☆aydınlatılabilmek 🔉  

δύναμαι να φωτιστώ 🔉  
☆aydınlatılış 🔉  

φωτισμός (ο) 🔉  
διαφώτιση (η) 🔉  
☆aydınlatılma 🔉  

φωτισμός (ο) 🔉  
διαφώτιση (η) 🔉  
☆aydınlatılmak 🔉  

φωτίζομαι 🔉  
διαφωτίζομαι 🔉  
☆aydınlatış 🔉  

φωτισμός (ο) 🔉  
διαφώτιση (η) 🔉  
☆aydınlatıverme 🔉  

άμεσος φωτισμός (ο) 🔉  
☆aydınlatıvermek 🔉  

φωτίζω αμέσως 🔉  
☆aydınlatma 🔉  

φωτισμός (ο) 🔉  
διαφώτιση (η) 🔉  
☆aydınlatmak 🔉  

φωτίζω 🔉  
διαφωτίζω 🔉  
☆Aydınlı 🔉  

Αϊντίνλι (το) 🔉  
☆aydınlık 🔉  

φως (το) 🔉  
φωτεινότητα (η) 🔉  
διαύγεια (η) 🔉  
☆aydınlıkölçer 🔉  

φωτόμετρο (το) 🔉  
☆Aydınlılık 🔉  

Αϊντίνλιλικ (το) 🔉  
☆Aydıntepe 🔉  

Αϊντίντεπε (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱