Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ayrı
🔉
χωριστός
🔉
ξεχωριστός
🔉
ιδιαίτερος
🔉
διαφορετικός
🔉
ayrı ayrı
🔉
χωριστά
🔉
ξεχωριστά
🔉
ένας-ένας
🔉
ayrı basım
🔉
ανάτυπο (το)
🔉
ξεχωριστή έκδοση (η)
🔉
ayrı çanak yapraklılar
🔉
χωριστοσέπαλα (τα)
🔉
ayrı cinsten
🔉
ετερόφυλος
🔉
διαφορετικού είδους
🔉
ayrı gayrı
🔉
διάφορα
🔉
κάθε λογής
🔉
ayrı taç yapraklılar
🔉
χωριστοπέταλα (τα)
🔉
ayrıç
🔉
διακριτικό (το)
🔉
διαχωριστικό (το)
🔉
ayrıca
🔉
επιπλέον
🔉
επίσης
🔉
χωριστά
🔉
ayrıcalı
🔉
προνομιούχος
🔉
ayrıcalık
🔉
προνόμιο (το)
🔉
προνομία (η)
🔉
ayrıcalıklı
🔉
προνομιούχος
🔉
ayrıcalıklılık
🔉
προνομιούχος θέση (η)
🔉
προνομιακότητα (η)
🔉
ayrıcalıksız
🔉
χωρίς προνόμια
🔉
ayrıcalıksızlık
🔉
έλλειψη προνομίων (η)
🔉
ayrıcasız
🔉
χωρίς επιπλέον
🔉
χωρίς «επίσης»
🔉
ayrık
🔉
αγριάδα (η)
🔉
ξεχωριστός
🔉
ασύμβατος
🔉
ayrık kümeler
🔉
ξένα σύνολα (τα)
🔉
ασυμβίβαστα σύνολα (τα)
🔉
ayrık otu
🔉
αγριάδα (η)
🔉
ayrıklı
🔉
διακεκριμένος
🔉
χωριστός
🔉
ayrıklık
🔉
διακριτότητα (η)
🔉
απομόνωση (η)
🔉
ayrıksı
🔉
ανώμαλος
🔉
έκτακτος
🔉
εξαιρετικός
🔉
ayrıksı ay
🔉
εμβόλιμος μήνας (ο)
🔉
ayrıksı yıl
🔉
δίσεκτο έτος (το)
🔉
εμβόλιμο έτος (το)
🔉
ayrıksılık
🔉
ανωμαλία (η)
🔉
εξαίρεση (η)
🔉
ayrıksız
🔉
κανονικός
🔉
ομαλός
🔉
ayrılabilme
🔉
δυνατότητα διαχωρισμού (η)
🔉
δυνατότητα αποχωρισμού (η)
🔉
ayrılabilmek
🔉
μπορώ να χωριστώ
🔉
μπορώ να αποχωριστώ
🔉
ayrılanma
🔉
διαχωρισμός (ο)
🔉
αποσύνδεση (η)
🔉
ayrılanmak
🔉
διαχωρίζομαι
🔉
αποσυνδέομαι
🔉
ayrılaşma
🔉
διαφοροποίηση (η)
🔉
απομόνωση (η)
🔉
ayrılaşmak
🔉
διαφοροποιούμαι
🔉
απομονώνομαι
🔉
ayrılı
🔉
χωρισμένος
🔉
διαζευγμένος
🔉
ayrılık
🔉
χωρισμός (ο)
🔉
αποχωρισμός (ο)
🔉
διάσταση (η)
🔉
διαζύγιο (το)
🔉
ayrılış
🔉
αναχώρηση (η)
🔉
αποχώρηση (η)
🔉
χωρισμός (ο)
🔉
ayrılışma
🔉
αλληλοαποχωρισμός (ο)
🔉
αμοιβαίος χωρισμός (ο)
🔉
ayrılışmak
🔉
χωρίζουμε μεταξύ μας
🔉
αποχωριζόμαστε
🔉
ayrılıverme
🔉
αιφνίδιος χωρισμός (ο)
🔉
ξαφνική αποχώρηση (η)
🔉
ayrılıvermek
🔉
χωρίζω ξαφνικά
🔉
φεύγω απότομα
🔉
ayrılma
🔉
αποχώρηση (η)
🔉
διαχωρισμός (ο)
🔉
απόσπαση (η)
🔉
ayrılma durumu
🔉
κατάσταση αποχώρησης (η)
🔉
κατάσταση διαχωρισμού (η)
🔉
ayrılmak
🔉
φεύγω
🔉
αποχωρώ
🔉
χωρίζω
🔉
αποσπώμαι
🔉
ayrılmazlık
🔉
αδιαχώριστο (το)
🔉
αδιαχώριστη σχέση (η)
🔉
ayrım
🔉
διάκριση (η)
🔉
διαχωρισμός (ο)
🔉
διαφορά (η)
🔉
ayrımcı
🔉
διακριτικός
🔉
ρατσιστής
🔉
ayrımcık
🔉
μικροδιάκριση (η)
🔉
ayrımcılık
🔉
διάκριση (η)
🔉
διακριτική μεταχείριση (η)
🔉
ρατσισμός (ο)
🔉
ayrımlama
🔉
ταξινόμηση (η)
🔉
κατηγοριοποίηση (η)
🔉
ayrımlamak
🔉
ταξινομώ
🔉
κατηγοριοποιώ
🔉
διακρίνω
🔉
ayrımlaşma
🔉
διαφοροποίηση (η)
🔉
διαστρωμάτωση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱