Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
bütün
🔉
όλος
🔉
ακέραιος
🔉
σύνολο (το)
🔉
☆
bütün bütün
🔉
ολόκληρος
🔉
εξ ολοκλήρου
🔉
☆
bütün bütüne
🔉
εξ ολοκλήρου
🔉
στο σύνολό του
🔉
☆
bütün çıplaklığıyla
🔉
σε όλη του τη γυμνότητα
🔉
με όλη την ωμότητά του
🔉
☆
bütüncü ekonomi
🔉
ολιστική οικονομία (η)
🔉
☆
bütüncül
🔉
ολιστικός
🔉
☆
bütüncüllük
🔉
ολιστικότητα (η)
🔉
☆
bütünleme
🔉
συμπληρωματική εξέταση (η)
🔉
αναπλήρωση (η)
🔉
☆
bütünleme sınavı
🔉
συμπληρωματική εξέταση (η)
🔉
☆
bütünlemek
🔉
συμπληρώνω
🔉
αναπληρώνω
🔉
☆
bütünlemeli
🔉
με συμπληρωματική εξέταση
🔉
με αναπλήρωση
🔉
☆
bütünlenebilme
🔉
δυνατότητα να συμπληρωθεί (η)
🔉
δυνατότητα να αναπληρωθεί (η)
🔉
☆
bütünlenebilmek
🔉
μπορώ να συμπληρωθώ
🔉
μπορώ να αναπληρωθώ
🔉
☆
bütünleniş
🔉
συμπλήρωση (η)
🔉
αναπλήρωση (η)
🔉
☆
bütünlenme
🔉
συμπλήρωση (η)
🔉
αναπλήρωση (η)
🔉
☆
bütünlenmek
🔉
συμπληρώνομαι
🔉
αναπληρώνομαι
🔉
☆
bütünler
🔉
συμπληρωματικός (ο)
🔉
☆
bütünler açı
🔉
παραπληρωματική γωνία (η)
🔉
☆
bütünleşebilme
🔉
δυνατότητα ολοκλήρωσης (η)
🔉
δυνατότητα ενοποίησης (η)
🔉
☆
bütünleşebilmek
🔉
μπορώ να ολοκληρωθώ
🔉
μπορώ να ενοποιηθώ
🔉
☆
bütünleşik
🔉
ολοκληρωμένος
🔉
ενοποιημένος
🔉
☆
bütünleşme
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
ενοποίηση (η)
🔉
☆
bütünleşmek
🔉
ολοκληρώνομαι
🔉
ενοποιούμαι
🔉
☆
bütünleştirebilme
🔉
δυνατότητα να ολοκληρώσει (η)
🔉
δυνατότητα να ενοποιήσει (η)
🔉
☆
bütünleştirebilmek
🔉
μπορώ να ολοκληρώσω
🔉
μπορώ να ενοποιήσω
🔉
☆
bütünleştirilebilme
🔉
δυνατότητα να ολοκληρωθεί (η)
🔉
δυνατότητα να ενοποιηθεί (η)
🔉
☆
bütünleştirilebilmek
🔉
μπορώ να ολοκληρωθώ
🔉
μπορώ να ενοποιηθώ
🔉
☆
bütünleştirilme
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
ενοποίηση (η)
🔉
☆
bütünleştirilmek
🔉
ολοκληρώνομαι
🔉
ενοποιούμαι
🔉
☆
bütünleştirme
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
ενοποίηση (η)
🔉
☆
bütünleştirmek
🔉
ολοκληρώνω
🔉
ενοποιώ
🔉
☆
bütünletebilme
🔉
δυνατότητα να ολοκληρώσει (η)
🔉
δυνατότητα να ενοποιήσει (η)
🔉
☆
bütünletebilmek
🔉
μπορώ να ολοκληρώσω
🔉
μπορώ να ενοποιήσω
🔉
☆
bütünletme
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
ενοποίηση (η)
🔉
☆
bütünletmek
🔉
ολοκληρώνω
🔉
ενοποιώ
🔉
☆
bütünleyebilme
🔉
δυνατότητα να συμπληρώσει (η)
🔉
δυνατότητα να ολοκληρώσει (η)
🔉
☆
bütünleyebilmek
🔉
μπορώ να συμπληρώσω
🔉
μπορώ να ολοκληρώσω
🔉
☆
bütünleyen
🔉
συμπληρωματικός
🔉
ολοκληρωτικός
🔉
☆
bütünlük
🔉
ακεραιότητα (η)
🔉
ολότητα (η)
🔉
☆
bütünsel
🔉
ολικός
🔉
συνολικός
🔉
☆
bütünsellik
🔉
ολικότητα (η)
🔉
συνολικότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱