Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
bağ
🔉
αμπέλι (το)
🔉
αμπελώνας (ο)
🔉
δεσμός (ο)
🔉
☆
bağ
🔉
fiil - μετοχή (η)
🔉
απαρέμφατο (το)
🔉
☆
bağ bahçe
🔉
αμπέλια και κήποι (τα)
🔉
☆
bağ bıçağı
🔉
αμπελουργικό μαχαίρι (το)
🔉
☆
bağ bozumu
🔉
τρύγος (ο)
🔉
☆
bağ çubuğu
🔉
κληματόβεργα (η)
🔉
☆
bağ doku
🔉
συνδετικός ιστός (ο)
🔉
☆
bağ evi
🔉
εξοχικό στο αμπέλι (το)
🔉
αμπελουργικό σπίτι (το)
🔉
☆
bağa
🔉
χελώνα (η)
🔉
☆
bagaj
🔉
αποσκευές (οι)
🔉
μπαγκάζι (το)
🔉
☆
bagaj kapağı
🔉
καπό πορτμπαγκάζ (το)
🔉
☆
bagaj kilidi
🔉
κλειδαριά πορτμπαγκάζ (η)
🔉
☆
bağan
🔉
μπαγάν (ο)
🔉
☆
bağboğan
🔉
πνίχτης του αμπελιού (ο)
🔉
☆
bağcı
🔉
αμπελουργός (ο)
🔉
αμπελουργός (ο)
🔉
☆
bağcık
🔉
κορδόνι (το)
🔉
λουρί (το)
🔉
☆
bağcıklı
🔉
με κορδόνια
🔉
☆
bağcıksız
🔉
χωρίς κορδόνια
🔉
☆
Bağcılar
🔉
Μπαγτζιλάρ (τα)
🔉
☆
bağcılık
🔉
αμπελουργία (η)
🔉
☆
bağda
🔉
στο αμπέλι
🔉
☆
bağdadi
🔉
μπαγδατί (το)
🔉
μπαγδατί (το)
🔉
☆
bağdalama
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
☆
bağdalamak
🔉
εμβολιάζω
🔉
☆
bağdama
🔉
εμβολιασμός (ο)
🔉
☆
bağdamak
🔉
εμβολιάζω
🔉
☆
bağdaş
🔉
σταυροπόδι (το)
🔉
☆
bağdaşabilme
🔉
δυνατότητα συμβατότητας (η)
🔉
☆
bağdaşabilmek
🔉
είναι συμβατός
🔉
μπορεί να συνυπάρχει
🔉
☆
bağdaşık
🔉
συνεκτικός
🔉
συνεπής
🔉
συμβατός
🔉
☆
bağdaşıklaşma
🔉
συνεκτικοποίηση (η)
🔉
εναρμόνιση (η)
🔉
☆
bağdaşıklaşmak
🔉
γίνεται συνεκτικός
🔉
εναρμονίζεται
🔉
☆
bağdaşıklaştırma
🔉
συνεκτικοποίηση (η)
🔉
εναρμόνιση (η)
🔉
☆
bağdaşıklaştırmak
🔉
καθιστώ συνεκτικό
🔉
εναρμονίζω
🔉
☆
bağdaşıklık
🔉
συνεκτικότητα (η)
🔉
συνοχή (η)
🔉
☆
bağdaşılma
🔉
εναρμόνιση (η)
🔉
☆
bağdaşılmak
🔉
εναρμονίζομαι
🔉
καθίσταμαι συμβατός
🔉
☆
bağdaşım
🔉
συμβατότητα (η)
🔉
συνάφεια (η)
🔉
☆
bağdaşma
🔉
συμβατότητα (η)
🔉
συνύπαρξη (η)
🔉
☆
bağdaşmak
🔉
συμβιβάζομαι
🔉
συνάδω
🔉
εναρμονίζομαι
🔉
☆
bağdaşmaz
🔉
ασύμβατος
🔉
ασυμβίβαστος
🔉
☆
bağdaşmazlık
🔉
ασυμβατότητα (η)
🔉
ασυμβιβαστότητα (η)
🔉
☆
bağdaştırabilme
🔉
δυνατότητα εναρμόνισης (η)
🔉
☆
bağdaştırabilmek
🔉
μπορεί να εναρμονίσει
🔉
μπορεί να συμβιβάσει
🔉
☆
bağdaştırılabilme
🔉
δυνατότητα να εναρμονιστεί (η)
🔉
☆
bağdaştırılabilmek
🔉
μπορεί να εναρμονιστεί
🔉
μπορεί να συμβιβαστεί
🔉
☆
bağdaştırılma
🔉
εναρμόνιση (η)
🔉
συμβιβασμός (ο)
🔉
☆
bağdaştırılmak
🔉
εναρμονίζομαι
🔉
συμβιβάζομαι
🔉
☆
bağdaştırma
🔉
εναρμόνιση (η)
🔉
συμβιβασμός (ο)
🔉
☆
bağdaştırmacı
🔉
συγκρητιστής (ο)
🔉
συνθετιστής (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱