Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆bağır 🔉  

στήθος (το) 🔉  
θώρακας (ο) 🔉  
☆bağır yeleği 🔉  

γιλέκο στήθους (το) 🔉  
☆bağıra çağıra 🔉  

φωνάζοντας 🔉  
με κραυγές 🔉  
☆bağırabilme 🔉  

δυνατότητα να φωνάξει (η) 🔉  
☆bağırabilmek 🔉  

μπορεί να φωνάξει 🔉  
☆bağırdak 🔉  

μπαγίρντακ (ο) 🔉  
☆bağırgan 🔉  

κραυγαλέος 🔉  
φωνακλάς 🔉  
☆bağırganlık 🔉  

κραυγαλεότητα (η) 🔉  
φωνασκία (η) 🔉  
☆bağırış 🔉  

κραυγή (η) 🔉  
φωνές (οι) 🔉  
☆bağırıverme 🔉  

ξαφνική κραυγή (η) 🔉  
☆bağırıvermek 🔉  

ξεφωνίζω 🔉  
βάζω ξαφνικά τις φωνές 🔉  
☆bağırma 🔉  

φώναγμα (το) 🔉  
κραυγή (η) 🔉  
☆bağırmak 🔉  

φωνάζω 🔉  
κραυγάζω 🔉  
☆bağırsak 🔉  

έντερο (το) 🔉  
☆bağırsak askısı 🔉  

μεσεντέριο (το) 🔉  
☆bağırsak düğümlenmesi 🔉  

ειλεός (ο) 🔉  
συστροφή εντέρου (η) 🔉  
☆bağırsak düşüklüğü 🔉  

εντεροκήλη (η) 🔉  
☆bağırsak gazı 🔉  

εντερικό αέριο (το) 🔉  
αέρια (τα) 🔉  
☆bağırsak iltihabı 🔉  

εντερίτιδα (η) 🔉  
☆bağırsak ingini 🔉  

εντερική κήλη (η) 🔉  
☆bağırsak kazıntısı 🔉  

απόξεση εντέρου (η) 🔉  
☆bağırsak kurdu 🔉  

εντερικό σκουλήκι (το) 🔉  
☆bağırsak otu 🔉  

εντερόχορτο (το) 🔉  
☆bağırsak solucanı 🔉  

εντερικός έλμινθας (ο) 🔉  
☆bağırsak spazmı 🔉  

εντερικός σπασμός (ο) 🔉  
☆bağırtabilme 🔉  

δυνατότητα να κάνει να φωνάξει (η) 🔉  
☆bağırtabilmek 🔉  

μπορεί να κάνει να φωνάξει 🔉  
☆bağırtı 🔉  

κραυγή (η) 🔉  
φωνές (οι) 🔉  
☆bağırtkan 🔉  

φωνακλάς 🔉  
κραυγαλέος 🔉  
☆bağırtkanlık 🔉  

φωνασκία (η) 🔉  
κραυγαλεότητα (η) 🔉  
☆bağırtlak 🔉  

λάρυγγας (ο) 🔉  
☆bağırtma 🔉  

πρόκληση κραυγής (η) 🔉  
εξαναγκασμός σε φωνές (ο) 🔉  
☆bağırtmak 🔉  

κάνω να φωνάξει 🔉  
ξεσηκώνω κραυγές 🔉  
☆bağırttırma 🔉  

ανάθεση να κάνει να φωνάξουν (η) 🔉  
☆bağırttırmak 🔉  

βάζω να κάνουν να φωνάξει 🔉  
αναθέτω να προκαλέσουν κραυγές 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱