Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
bağlaç
🔉
σύνδεσμος (ο)
🔉
bağlaç grubu
🔉
ομάδα συνδέσμων (η)
🔉
bağlaç öbeği
🔉
συνδεσμική φράση (η)
🔉
bağlaçlı
🔉
με σύνδεσμο
🔉
συνδεσμικός
🔉
bağlaçlı tamlama
🔉
συνδεσμική φράση (η)
🔉
bağlam
🔉
συμφραζόμενα (τα)
🔉
πλαίσιο (το)
🔉
bağlama
🔉
δέσιμο (το)
🔉
σύνδεση (η)
🔉
μπαγλαμάς (ο)
🔉
bağlama hattı
🔉
γραμμή σύνδεσης (η)
🔉
bağlama zarf
🔉
fiili - επιρρηματική μετοχή σύνδεσης (η)
🔉
bağlamacı
🔉
οργανοποιός μπαγλαμά (ο)
🔉
παίκτης μπαγλαμά (ο)
🔉
bağlamacılık
🔉
οργανοποιία μπαγλαμά (η)
🔉
παιξίμο μπαγλαμά (το)
🔉
bağlamak
🔉
δένω
🔉
συνδέω
🔉
δένομαι (για πλοίο)
🔉
bağlamalık
🔉
υλικό δεσίματος (το)
🔉
bağlamsal
🔉
συμφραστικός
🔉
bağlamsal anlam
🔉
συμφραστική σημασία (η)
🔉
bağlanabilme
🔉
δυνατότητα σύνδεσης (η)
🔉
bağlanabilmek
🔉
δύναμαι να συνδεθώ
🔉
δύναμαι να δεθώ
🔉
bağlanak
🔉
σημείο σύνδεσης (το)
🔉
bağlanım
🔉
σύνδεση (η)
🔉
bağlanış
🔉
σύνδεση (η)
🔉
δέσιμο (το)
🔉
bağlanıverme
🔉
αιφνίδια σύνδεση (η)
🔉
αιφνίδιο δέσιμο (το)
🔉
bağlanıvermek
🔉
συνδέομαι αμέσως
🔉
δένομαι αμέσως
🔉
bağlanma
🔉
σύνδεση (η)
🔉
δέσιμο (το)
🔉
bağlanmak
🔉
συνδέομαι
🔉
δένομαι
🔉
προσκολλώμαι
🔉
bağlantı
🔉
σύνδεση (η)
🔉
συσχέτιση (η)
🔉
επαφή (η)
🔉
bağlantı borusu
🔉
σωλήνας σύνδεσης (ο)
🔉
bağlantı doku
🔉
συνδετικός ιστός (ο)
🔉
bağlantı gücü
🔉
ισχύς σύνδεσης (η)
🔉
bağlantı ünlüsü
🔉
συνδετικό φωνήεν (το)
🔉
bağlantı ünsüzü
🔉
συνδετικό σύμφωνο (το)
🔉
bağlantılı
🔉
συνδεδεμένος
🔉
συσχετισμένος
🔉
bağlantılılık
🔉
συνδεσιμότητα (η)
🔉
συσχετιστικότητα (η)
🔉
bağlantısız
🔉
ασύνδετος
🔉
αδέσμευτος
🔉
bağlantısız ülkeler
🔉
αδέσμευτες χώρες (οι)
🔉
bağlantısızlık
🔉
ασυνδεσία (η)
🔉
αδεσμευσία (η)
🔉
bağlantısızlık politikası
🔉
πολιτική αδεσμευσίας (η)
🔉
bağlantısızlık siyaseti
🔉
πολιτική αδεσμευσίας (η)
🔉
Bağlar
🔉
Μπαγλάρ (τα)
🔉
bağlaşık
🔉
συνεκτικός
🔉
συνεκτικός (γλωσσ.)
🔉
bağlaşıklık
🔉
συνεκτικότητα (η)
🔉
bağlaşım
🔉
συνοχή (η)
🔉
bağlaşımlı
🔉
συνεκτικός
🔉
συνεκτικός ως προς τη συνοχή
🔉
bağlaşımsız
🔉
ασυνεκτικός
🔉
bağlaşma
🔉
σύναψη συμμαχίας (η)
🔉
συμμαχία (η)
🔉
bağlaşmak
🔉
συμμαχώ
🔉
συνάπτω συμμαχία
🔉
bağlatabilme
🔉
δυνατότητα να αναθέσει δέσιμο/σύνδεση (η)
🔉
bağlatabilmek
🔉
δύναμαι να βάλω να δέσουν/να συνδέσουν
🔉
bağlatma
🔉
ανάθεση δεσίματος (η)
🔉
ανάθεση σύνδεσης (η)
🔉
bağlatmak
🔉
βάζω να δέσουν
🔉
βάζω να συνδέσουν
🔉
bağlattırma
🔉
ανάθεση σε τρίτο να βάλει να δέσουν/να συνδέσουν (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱