Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆baba 🔉  

πατέρας (ο) 🔉  
μπαμπάς (ο) 🔉  
☆baba adam 🔉  

πατρική μορφή (η) 🔉  
σεβαστός γέροντας (ο) 🔉  
☆baba boyunduruğu 🔉  

πατρικός ζυγός (ο) 🔉  
☆baba bucağı 🔉  

πατρικό σπιτικό (το) 🔉  
πατρική εστία (η) 🔉  
☆baba diyarı 🔉  

πατρική πατρίδα (η) 🔉  
γη του πατέρα (η) 🔉  
☆baba dostu 🔉  

φίλος του πατέρα (ο) 🔉  
πατρικός φίλος (ο) 🔉  
☆baba hindi 🔉  

γαλοπούλα αρσενική (ο) 🔉  
☆baba mirası 🔉  

πατρική κληρονομιά (η) 🔉  
☆baba nasihati 🔉  

πατρική συμβουλή (η) 🔉  
☆baba ocağı 🔉  

πατρική εστία (η) 🔉  
πατρικό σπιτικό (το) 🔉  
☆baba sanlı 🔉  

ένδοξος ως πατέρας 🔉  
με πατρική δόξα 🔉  
☆baba soylu 🔉  

πατρογονικής καταγωγής 🔉  
ευγενικής πατρικής γενιάς 🔉  
☆baba soyluluk 🔉  

πατρογονική ευγένεια (η) 🔉  
πατρική ευγενική καταγωγή (η) 🔉  
☆baba tarafı 🔉  

πατρική πλευρά (η) 🔉  
πατρικό σόι (το) 🔉  
☆baba tatlısı 🔉  

μπαμπάς (ο) 🔉  
☆baba yadigârı 🔉  

πατρικό κειμήλιο (το) 🔉  
ενθύμιο από τον πατέρα (το) 🔉  
☆baba yarısı 🔉  

σαν πατέρας 🔉  
μισός πατέρας 🔉  
☆baba yerli 🔉  

πατρογονικός 🔉  
γηγενής από πατρική γραμμή 🔉  
☆baba yerlilik 🔉  

πατρογονική γηγένεια (η) 🔉  
☆baba yurdu 🔉  

πατρική πατρίδα (η) 🔉  
πατρογονική γη (η) 🔉  
☆babaanne 🔉  

γιαγιά από την πατρική πλευρά (η) 🔉  
πατρική γιαγιά (η) 🔉  
☆babaannelik 🔉  

ιδιότητα πατρικής γιαγιάς (η) 🔉  
☆babaç 🔉  

πατέρας (ο) 🔉  
μπαμπάς (ο) 🔉  
☆babaca 🔉  

πατρικά 🔉  
πατρικώς 🔉  
☆babacan 🔉  

πατρικός 🔉  
καλοκάγαθος 🔉  
αγαθός 🔉  
☆babacanca 🔉  

καλοκάγαθα 🔉  
πατρικά 🔉  
☆babacanlaşma 🔉  

εκκαλοκαγαθισμός (ο) 🔉  
εξοικείωση σε καλοκάγαθη στάση (η) 🔉  
☆babacanlaşmak 🔉  

γίνεται καλοκάγαθος 🔉  
αποκτά πατρική/καλοκάγαθη στάση 🔉  
☆babacanlık 🔉  

καλοκαγαθία (η) 🔉  
πατρικότητα (η) 🔉  
☆babacı 🔉  

πατρολάτρης (ο) 🔉  
πατρικιστής (ο) 🔉  
☆babacık 🔉  

μπαμπακούλης (ο) 🔉  
πατερούλης (ο) 🔉  
☆babacıl 🔉  

πατρικιστικός 🔉  
πατρολατρικός 🔉  
☆babacılık 🔉  

πατρικισμός (ο) 🔉  
πατρολατρία (η) 🔉  
☆babaçko 🔉  

μπαμπάκος (ο) 🔉  
πατερούλης (ο) 🔉  
☆Babadağ 🔉  

Μπαμπαντάγ (το) 🔉  
☆babadan kalma 🔉  

πατρογονικός 🔉  
κληρονομημένος από τον πατέρα 🔉  
☆Babaeski 🔉  

Μπαμπαεσκί (το) 🔉  
☆babaevi 🔉  

πατρικό σπίτι (το) 🔉  
☆babafingo 🔉  

μπαμπαφίνγκο (ο) 🔉  
☆Babai 🔉  

Μπαμπαΐ (ο) 🔉  
☆Babailik 🔉  

Μπαμπαϊσμός (ο) 🔉  
☆babaköş 🔉  

μπαμπακός (ο) 🔉  
☆babalanabilme 🔉  

δυνατότητα να γίνει πατέρας 🔉  
☆babalanabilmek 🔉  

μπορεί να γίνει πατέρας 🔉  
☆babalanma 🔉  

πατρότητα (η) 🔉  
γίνομαι πατέρας (το) 🔉  
☆babalanmak 🔉  

γίνεται πατέρας 🔉  
☆babalı 🔉  

με πατέρα 🔉  
που έχει πατέρα 🔉  
☆babalık 🔉  

πατρότητα (η) 🔉  
πατρική ιδιότητα (η) 🔉  
☆babasız 🔉  

χωρίς πατέρα 🔉  
ορφανός από πατέρα 🔉  
☆babasızlık 🔉  

ορφάνια από πατέρα (η) 🔉  
έλλειψη πατέρα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱