Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
bayram
🔉
γιορτή (η)
🔉
εορτή (η)
🔉
bayram alayı
🔉
εορταστική πομπή (η)
🔉
bayram ayı
🔉
μήνας εορτών (ο)
🔉
bayram çocuğu
🔉
παιδί της γιορτής (το)
🔉
bayram gazetesi
🔉
εορταστική εφημερίδα (η)
🔉
bayram günü
🔉
ημέρα εορτής (η)
🔉
γιορτινή μέρα (η)
🔉
bayram havası
🔉
εορταστική ατμόσφαιρα (η)
🔉
bayram hediyesi
🔉
εορταστικό δώρο (το)
🔉
bayram namazı
🔉
εορταστική προσευχή (η)
🔉
προσευχή της εορτής (η)
🔉
bayram şekeri
🔉
εορταστικό γλυκό (το)
🔉
καραμέλα της εορτής (η)
🔉
bayram tebriği
🔉
εορταστικό συγχαρητήριο (το)
🔉
εορταστική ευχή (η)
🔉
bayram topu
🔉
εορταστικός κανονιοβολισμός (ο)
🔉
εορταστικό κανόνι (το)
🔉
bayram yeri
🔉
χώρος εορτασμού (ο)
🔉
πανηγυρότοπος (ο)
🔉
bayram ziyareti
🔉
εορταστική επίσκεψη (η)
🔉
bayramda seyranda
🔉
σε γιορτές και πανηγύρια
🔉
bayramdan bayrama
🔉
από γιορτή σε γιορτή
🔉
σπανίως
🔉
Bayrami
🔉
Μπαϊραμί (ο)
🔉
Bayramiç
🔉
Μπαϊραμίτς (το)
🔉
Bayramilik
🔉
Μπαϊραμισμός (ο)
🔉
bayramlaşabilme
🔉
δυνατότητα ανταλλαγής ευχών (η)
🔉
bayramlaşabilmek
🔉
δύναμαι να ανταλλάξω εορταστικές ευχές
🔉
δύναμαι να εορτασθώ με αμοιβαίες ευχές
🔉
bayramlaşma
🔉
ανταλλαγή εορταστικών ευχών (η)
🔉
bayramlaşmak
🔉
ανταλλάσσω εορταστικές ευχές
🔉
εορτάζω με αμοιβαίες ευχές
🔉
bayramlık
🔉
εορταστικός
🔉
εορταστικό ένδυμα (το)
🔉
εορταστική φορεσιά (η)
🔉
bayramlık ad
🔉
εορταστικό όνομα (το)
🔉
bayramlık ağız
🔉
εορταστικό στόμα (το)
🔉
Bayramören
🔉
Μπαϊραμόρεν (το)
🔉
Bayrampaşa
🔉
Μπαϊράμπασα (η)
🔉
bayramüstü
🔉
μετά την εορτή
🔉
αμέσως μετά την εορτή
🔉
bayramüzeri
🔉
κατά την εορτή
🔉
επάνω στην εορτή
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱