Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆ben 🔉  

εγώ 🔉  
☆benbenci 🔉  

εγωκεντρικός 🔉  
εγωιστής 🔉  
☆benbencilik 🔉  

εγωκεντρισμός (ο) 🔉  
εγωισμός (ο) 🔉  
☆bence 🔉  

κατά τη γνώμη μου 🔉  
κατά τη γνώμη 🔉  
☆benci 🔉  

εγωιστής (ο) 🔉  
☆bencil 🔉  

εγωιστής 🔉  
ιδιοτελής 🔉  
☆bencilce 🔉  

εγωιστικά 🔉  
ιδιοτελώς 🔉  
☆bencilcesine 🔉  

εγωιστικά 🔉  
ιδιοτελώς 🔉  
☆bencileyin 🔉  

κατά τη γνώμη μου 🔉  
☆bencilik 🔉  

εγωισμός (ο) 🔉  
☆bencilleşebilme 🔉  

δυνατότητα να καταστεί εγωιστής (η) 🔉  
☆bencilleşebilmek 🔉  

δύναται να καταστεί εγωιστής 🔉  
☆bencilleşme 🔉  

εγωιστικοποίηση (η) 🔉  
☆bencilleşmek 🔉  

γίνομαι εγωιστής 🔉  
☆bencillik 🔉  

εγωισμός (ο) 🔉  
☆bende 🔉  

σε μένα 🔉  
επάνω μου 🔉  
☆bendegân 🔉  

δούλοι (οι) 🔉  
☆bendehane 🔉  

οικία δούλου (η) 🔉  
☆bendezade 🔉  

γιος δούλου (ο) 🔉  
☆bendir 🔉  

μπεντίρ (το) 🔉  
ντέφι (το) 🔉  
☆benek 🔉  

κηλίδα (η) 🔉  
στίγμα (το) 🔉  
☆beneklenebilme 🔉  

δυνατότητα να κηλιδωθεί (η) 🔉  
☆beneklenebilmek 🔉  

δύναται να κηλιδωθεί 🔉  
☆benekleniverme 🔉  

αιφνίδια κηλίδωση (η) 🔉  
☆beneklenivermek 🔉  

κηλιδώνομαι ξαφνικά 🔉  
☆beneklenme 🔉  

κηλίδωση (η) 🔉  
☆beneklenmek 🔉  

κηλιδώνομαι 🔉  
☆benekleşme 🔉  

δημιουργία κηλίδων (η) 🔉  
☆benekleşmek 🔉  

γεμίζω κηλίδες 🔉  
κηλιδώνομαι 🔉  
☆benekli 🔉  

κηλιδωτός 🔉  
στικτός 🔉  
☆benekli köpek balığı 🔉  

κηλιδωτός καρχαρίας (ο) 🔉  
☆beneklilik 🔉  

κηλιδωτότητα (η) 🔉  
☆bengi 🔉  

αιώνιος 🔉  
αθάνατος 🔉  
☆bengi su 🔉  

αθάνατο νερό (το) 🔉  
νερό της αθανασίας (το) 🔉  
☆bengileşme 🔉  

αιωνιοποίηση (η) 🔉  
☆bengileşmek 🔉  

αιωνιοποιούμαι 🔉  
☆bengileştirme 🔉  

αιωνιοποίηση (η) 🔉  
☆bengileştirmek 🔉  

αιωνιοποιώ 🔉  
☆bengilik 🔉  

αιωνιότητα (η) 🔉  
☆beniâdem 🔉  

άνθρωπος (ο) 🔉  
υιός του Αδάμ (ο) 🔉  
☆benibeşer 🔉  

άνθρωπος (ο) 🔉  
ανθρώπινο γένος (το) 🔉  
☆beniçinci 🔉  

εγωιστής (ο) 🔉  
☆beniçincilik 🔉  

εγωισμός (ο) 🔉  
☆benildeme 🔉  

μίμηση (η) 🔉  
☆benildemek 🔉  

μιμούμαι 🔉  
☆benimki 🔉  

το δικό μου (το) 🔉  
☆benimseme 🔉  

υιοθέτηση (η) 🔉  
οικειοποίηση (η) 🔉  
☆benimsemek 🔉  

υιοθετώ 🔉  
οικειοποιούμαι 🔉  
☆benimsenebilme 🔉  

δυνατότητα υιοθέτησης (η) 🔉  
☆benimsenebilmek 🔉  

δύναται να υιοθετηθεί 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱