Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
benimki
🔉
το δικό μου (το)
🔉
benimseme
🔉
υιοθέτηση (η)
🔉
οικειοποίηση (η)
🔉
benimsemek
🔉
υιοθετώ
🔉
οικειοποιούμαι
🔉
benimsenebilme
🔉
δυνατότητα υιοθέτησης (η)
🔉
benimsenebilmek
🔉
δύναται να υιοθετηθεί
🔉
benimseniş
🔉
υιοθέτηση (η)
🔉
οικειοποίηση (η)
🔉
benimseniverme
🔉
άμεση υιοθέτηση (η)
🔉
benimsenivermek
🔉
υιοθετώ αμέσως
🔉
οικειοποιούμαι αμέσως
🔉
benimsenme
🔉
υιοθέτηση (η)
🔉
οικειοποίηση (η)
🔉
benimsenmek
🔉
υιοθετούμαι
🔉
οικειοποιούμαι
🔉
benimsetebilme
🔉
δυνατότητα να καταστήσει αποδεκτό (η)
🔉
benimsetebilmek
🔉
δύναμαι να καταστήσω αποδεκτό
🔉
δύναμαι να επιβάλω ως δικό μου
🔉
benimsetilebilme
🔉
δυνατότητα να καταστεί αποδεκτό (η)
🔉
benimsetilebilmek
🔉
δύναται να καταστεί αποδεκτό
🔉
benimsetiliş
🔉
καθιέρωση ως αποδεκτού (η)
🔉
benimsetilme
🔉
καθιέρωση ως αποδεκτού (η)
🔉
benimsetilmek
🔉
καθιερώνεται ως αποδεκτό
🔉
benimsetiş
🔉
καθιέρωση ως αποδεκτού (η)
🔉
benimsetme
🔉
καθιέρωση ως αποδεκτού (η)
🔉
benimsetmek
🔉
καθιστώ αποδεκτό
🔉
επιβάλλω
🔉
benimsettirme
🔉
ανάθεση καθιέρωσης (η)
🔉
benimsettirmek
🔉
αναθέτω να καταστήσει αποδεκτό
🔉
προκαλώ να καθιερωθεί
🔉
benimseyebilme
🔉
δυνατότητα υιοθέτησης (η)
🔉
benimseyebilmek
🔉
δύναμαι να υιοθετήσω
🔉
δύναμαι να οικειοποιηθώ
🔉
benimseyiş
🔉
υιοθέτηση (η)
🔉
οικειοποίηση (η)
🔉
benimseyiverme
🔉
άμεση υιοθέτηση (η)
🔉
benimseyivermek
🔉
υιοθετώ αμέσως
🔉
οικειοποιούμαι αμέσως
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱