Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
biçim
🔉
μορφή (η)
🔉
σχήμα (το)
🔉
τύπος (ο)
🔉
☆
biçim bilimi
🔉
μορφολογία (η)
🔉
☆
biçim birimi
🔉
μορφήμα (το)
🔉
☆
biçimce
🔉
ως προς τη μορφή
🔉
μορφολογικά
🔉
☆
biçimci
🔉
φορμαλιστής (ο)
🔉
☆
biçimcilik
🔉
φορμαλισμός (ο)
🔉
☆
biçimleme
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
☆
biçimlemek
🔉
μορφοποιώ
🔉
διαμορφώνω
🔉
☆
biçimlendirebilme
🔉
δυνατότητα να μορφοποιήσω
🔉
δυνατότητα να διαμορφώσω
🔉
☆
biçimlendirebilmek
🔉
μπορώ να μορφοποιήσω
🔉
μπορώ να διαμορφώσω
🔉
☆
biçimlendirilebilme
🔉
δυνατότητα να μορφοποιηθεί
🔉
δυνατότητα να διαμορφωθεί
🔉
☆
biçimlendirilebilmek
🔉
μπορώ να μορφοποιηθεί
🔉
μπορώ να διαμορφωθεί
🔉
☆
biçimlendiriliş
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
☆
biçimlendirilme
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
☆
biçimlendirilmek
🔉
μορφοποιούμαι
🔉
διαμορφώνομαι
🔉
☆
biçimlendiriş
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
☆
biçimlendirme
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
☆
biçimlendirmek
🔉
μορφοποιώ
🔉
διαμορφώνω
🔉
☆
biçimlenebilme
🔉
δυνατότητα να μορφοποιηθώ
🔉
δυνατότητα να διαμορφωθώ
🔉
☆
biçimlenebilmek
🔉
μπορώ να μορφοποιηθώ
🔉
μπορώ να διαμορφωθώ
🔉
☆
biçimleniş
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
☆
biçimleniverme
🔉
αιφνίδια μορφοποίηση (η)
🔉
αιφνίδια διαμόρφωση (η)
🔉
☆
biçimlenivermek
🔉
μορφοποιούμαι αμέσως
🔉
διαμορφώνομαι αμέσως
🔉
☆
biçimlenme
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
διαμόρφωση (η)
🔉
☆
biçimlenmek
🔉
μορφοποιούμαι
🔉
διαμορφώνομαι
🔉
☆
biçimli
🔉
καλοσχηματισμένος
🔉
με μορφή
🔉
☆
biçimlilik
🔉
καλοσχηματισμός (ο)
🔉
μορφολογική αρτιότητα (η)
🔉
☆
biçimsel
🔉
μορφικός
🔉
τυπικός
🔉
☆
biçimselleştirme
🔉
τυποποίηση (η)
🔉
φορμαλιστικοποίηση (η)
🔉
☆
biçimselleştirmek
🔉
τυποποιώ
🔉
φορμαλιστικοποιώ
🔉
☆
biçimsellik
🔉
τυπικότητα (η)
🔉
φορμαλιστικότητα (η)
🔉
☆
biçimsiz
🔉
άμορφος
🔉
ασχημάτιστος
🔉
☆
biçimsizce
🔉
άμορφα
🔉
χωρίς μορφή
🔉
☆
biçimsizleşebilme
🔉
δυνατότητα να γίνει άμορφος
🔉
☆
biçimsizleşebilmek
🔉
μπορώ να γίνει άμορφος
🔉
☆
biçimsizleşme
🔉
απομόρφωση (η)
🔉
☆
biçimsizleşmek
🔉
γίνομαι άμορφος
🔉
απομορφώνομαι
🔉
☆
biçimsizleştirebilme
🔉
δυνατότητα να κάνω άμορφο
🔉
☆
biçimsizleştirebilmek
🔉
μπορώ να κάνω άμορφο
🔉
☆
biçimsizleştirilme
🔉
απομόρφωση (η)
🔉
☆
biçimsizleştirilmek
🔉
απομορφώνομαι
🔉
καθίσταμαι άμορφος
🔉
☆
biçimsizleştirme
🔉
απομόρφωση (η)
🔉
☆
biçimsizleştirmek
🔉
απομορφώνω
🔉
κάνω άμορφο
🔉
☆
biçimsizlik
🔉
αμορφία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱