Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
boğaz 🔉  

λαιμός (ο) 🔉  
φάρυγγας (ο) 🔉  
στενό (το) 🔉  
πορθμός (ο) 🔉  
boğaz derdi 🔉  

πάθηση του λαιμού (η) 🔉  
boğaz kavgası 🔉  

καβγάς για το φαΐ (ο) 🔉  
καβγάς για τα προς το ζην (ο) 🔉  
boğaz meselesi 🔉  

ζήτημα των Στενών (το) 🔉  
boğaz tokluğuna 🔉  

για ένα κομμάτι ψωμί 🔉  
για τα στοιχειώδη προς το ζην 🔉  
boğazına düşkün 🔉  

λαίμαργος 🔉  
καλοφαγάς 🔉  
boğazına düşkünlük 🔉  

λαιμαργία (η) 🔉  
φιλοφαγία (η) 🔉  
Boğazkale 🔉  

Μπογάζκαλε (το) 🔉  
boğazkesen 🔉  

ληστής (ο) 🔉  
φονιάς (ο) 🔉  
boğazlama 🔉  

σφαγή (η) 🔉  
λαιμοκόπημα (το) 🔉  
boğazlamak 🔉  

σφάζω 🔉  
λαιμοκόβω 🔉  
boğazlanabilme 🔉  

δυνατότητα σφαγής (η) 🔉  
boğazlanabilmek 🔉  

μπορώ να σφαγώ 🔉  
boğazlanma 🔉  

σφαγή (η) 🔉  
boğazlanmak 🔉  

σφάζομαι 🔉  
boğazlaşabilme 🔉  

δυνατότητα αλληλοσφαγής (η) 🔉  
boğazlaşabilmek 🔉  

μπορώ να αλληλοσφαγώ 🔉  
boğazlaşma 🔉  

αλληλοσφαγή (η) 🔉  
boğazlaşmak 🔉  

αλληλοσφάζομαι 🔉  
boğazlatabilme 🔉  

δυνατότητα να διατάξω σφαγή (η) 🔉  
boğazlatabilmek 🔉  

μπορώ να διατάξω να σφάξουν 🔉  
boğazlatılma 🔉  

διαταγμένη σφαγή (η) 🔉  
boğazlatılmak 🔉  

σφάζομαι κατ’ εντολήν 🔉  
boğazlatma 🔉  

διαταγή σφαγής (η) 🔉  
boğazlatmak 🔉  

διατάζω να σφάξουν 🔉  
boğazlayabilme 🔉  

δυνατότητα σφαγής (η) 🔉  
boğazlayabilmek 🔉  

μπορώ να σφάξω 🔉  
boğazlayıverme 🔉  

άμεση σφαγή (η) 🔉  
boğazlayıvermek 🔉  

σφάζω αμέσως 🔉  
boğazlı 🔉  

με λαιμό 🔉  
με στενό 🔉  
Boğazlıyan 🔉  

Μπογαζλιγιάν (το) 🔉  
boğazsız 🔉  

χωρίς λαιμό 🔉  
boğazsızlık 🔉  

έλλειψη λαιμού (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱