Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
boşalabilme 🔉  

δυνατότητα να αδειάσω/εκκενωθώ (η) 🔉  
boşalabilmek 🔉  

μπορώ να αδειάσω 🔉  
μπορώ να εκκενωθώ 🔉  
boşalım 🔉  

εκκένωση (η) 🔉  
άδειασμα (το) 🔉  
boşalış 🔉  

εκκένωση (η) 🔉  
άδειασμα (το) 🔉  
boşalıverme 🔉  

αιφνίδια εκκένωση (η) 🔉  
απότομο άδειασμα (το) 🔉  
boşalıvermek 🔉  

αδειάζω απότομα 🔉  
εκκενώνομαι αιφνιδίως 🔉  
boşalma 🔉  

εκκένωση (η) 🔉  
άδειασμα (το) 🔉  
boşalmak 🔉  

αδειάζω 🔉  
εκκενώνομαι 🔉  
boşaltabilme 🔉  

δυνατότητα να αδειάσω (η) 🔉  
boşaltabilmek 🔉  

μπορώ να αδειάσω 🔉  
boşaltaç 🔉  

εκκενωτήρας (ο) 🔉  
boşaltı 🔉  

εκκένωση (η) 🔉  
απορροή (η) 🔉  
boşaltıcı 🔉  

εκκενωτής (ο) 🔉  
αποστραγγιστής (ο) 🔉  
boşaltılabilme 🔉  

δυνατότητα να αδειαστεί (η) 🔉  
boşaltılabilmek 🔉  

μπορεί να αδειαστεί 🔉  
boşaltılış 🔉  

άδειασμα (το) 🔉  
εκκένωση (η) 🔉  
boşaltılıverme 🔉  

αιφνίδιο άδειασμα (το) 🔉  
boşaltılıvermek 🔉  

αδειάζομαι αιφνιδίως 🔉  
εκκενώνομαι απότομα 🔉  
boşaltılma 🔉  

άδειασμα (το) 🔉  
εκκένωση (η) 🔉  
boşaltılmak 🔉  

αδειάζομαι 🔉  
εκκενώνομαι 🔉  
boşaltım 🔉  

απέκκριση (η) 🔉  
εκκένωση (η) 🔉  
boşaltım organı 🔉  

απεκκριτικό όργανο (το) 🔉  
boşaltış 🔉  

άδειασμα (το) 🔉  
εκκένωση (η) 🔉  
boşaltıverme 🔉  

αιφνίδιο άδειασμα (το) 🔉  
boşaltıvermek 🔉  

αδειάζω απότομα 🔉  
boşaltma 🔉  

άδειασμα (το) 🔉  
εκκένωση (η) 🔉  
boşaltma havzası 🔉  

λεκάνη απορροής (η) 🔉  
boşaltmak 🔉  

αδειάζω 🔉  
εκκενώνω 🔉  
boşama 🔉  

διαζύγιο (το) 🔉  
λύση γάμου (η) 🔉  
boşamak 🔉  

χωρίζω 🔉  
δίνω διαζύγιο 🔉  
boşanabilme 🔉  

δυνατότητα να χωρίσω (η) 🔉  
boşanabilmek 🔉  

μπορώ να πάρω διαζύγιο 🔉  
boşandırılma 🔉  

εξαναγκασμός σε διαζύγιο (ο) 🔉  
boşandırılmak 🔉  

εξαναγκάζομαι να πάρω διαζύγιο 🔉  
boşandırma 🔉  

πρόκληση διαζυγίου (η) 🔉  
boşandırmak 🔉  

προκαλώ διαζύγιο 🔉  
χωρίζω (ζευγάρι) 🔉  
boşanılma 🔉  

διαζύγιο (το) 🔉  
boşanılmak 🔉  

παίρνεται διαζύγιο 🔉  
boşanış 🔉  

διαζύγιο (το) 🔉  
boşanıverme 🔉  

αιφνίδιο διαζύγιο (το) 🔉  
boşanıvermek 🔉  

χωρίζω αιφνιδίως 🔉  
boşanma 🔉  

διαζύγιο (το) 🔉  
boşanma davası 🔉  

αγωγή διαζυγίου (η) 🔉  
boşanma ilamı 🔉  

διαζευκτήριο (το) 🔉  
boşanmak 🔉  

παίρνω διαζύγιο 🔉  
χωρίζω 🔉  
boşatabilme 🔉  

δυνατότητα να αδειάσω/εκκενώσω (η) 🔉  
boşatabilmek 🔉  

μπορώ να αδειάσω 🔉  
μπορώ να εκκενώσω 🔉  
boşatılabilme 🔉  

δυνατότητα να αδειαστεί/εκκενωθεί (η) 🔉  
boşatılabilmek 🔉  

μπορεί να αδειαστεί 🔉  
μπορεί να εκκενωθεί 🔉  
boşatılma 🔉  

άδειασμα (το) 🔉  
εκκένωση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱