Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
boy
🔉
ύψος (το)
🔉
ανάστημα (το)
🔉
μήκος (το)
🔉
φυλή (η)
🔉
☆
boy abdesti
🔉
πλήρης πλύση (η)
🔉
☆
boy aynası
🔉
καθρέφτης ολόσωμος (ο)
🔉
καθρέφτης σώματος (ο)
🔉
☆
boy beyi
🔉
αρχηγός φυλής (ο)
🔉
☆
boy bos
🔉
ψηλός και αδύνατος
🔉
λιγνός
🔉
☆
boy boy
🔉
κατά ύψος
🔉
σε ύψος
🔉
☆
boy menteşe
🔉
μεντεσές (ο)
🔉
☆
boy otu
🔉
αρωματικό χόρτο (το)
🔉
βότανο (το)
🔉
☆
boya
🔉
μπογιά (η)
🔉
χρώμα (το)
🔉
βαφή (η)
🔉
☆
boya filmi
🔉
στρώμα βαφής (το)
🔉
φιλμ μπογιάς (το)
🔉
☆
boya fırçası
🔉
πινέλο (το)
🔉
βούρτσα βαφής (η)
🔉
☆
boya kalemi
🔉
μαρκαδόρος (ο)
🔉
μολύβι χρωματιστό (το)
🔉
☆
boya kutusu
🔉
κουτί μπογιάς (το)
🔉
☆
boya tabakası
🔉
στρώμα μπογιάς (το)
🔉
☆
boya tabancası
🔉
πιστόλι βαφής (το)
🔉
☆
Boyabat
🔉
Μπογιαμπάτ (το)
🔉
☆
boyacı
🔉
μπογιατζής (ο)
🔉
βαφέας (ο)
🔉
☆
boyacı küpü
🔉
βαφείο (το)
🔉
κάδος βαφής (ο)
🔉
☆
boyacı sandığı
🔉
κασελάκι μπογιατζή (το)
🔉
☆
boyacılık
🔉
βαφική (η)
🔉
επάγγελμα μπογιατζή (το)
🔉
☆
boyahane
🔉
βαφείο (το)
🔉
☆
boyalama
🔉
βάψιμο (το)
🔉
χρωματισμός (ο)
🔉
☆
boyalamak
🔉
βάφω
🔉
χρωματίζω
🔉
☆
boyalanma
🔉
βάψιμο (το)
🔉
χρωματισμός (ο)
🔉
☆
boyalanmak
🔉
βάφομαι
🔉
χρωματίζομαι
🔉
☆
boyalı
🔉
βαμμένος
🔉
χρωματισμένος
🔉
☆
boyalı basın
🔉
έγχρωμος τύπος (ο)
🔉
☆
boyama
🔉
βάψιμο (το)
🔉
βαφή (η)
🔉
☆
boyama kazanı
🔉
καζάνι βαφής (το)
🔉
☆
boyama kitabı
🔉
βιβλίο ζωγραφικής (το)
🔉
☆
boyamak
🔉
βάφω
🔉
χρωματίζω
🔉
☆
boyana
🔉
βαμμένος
🔉
☆
boyanabilme
🔉
δυνατότητα να βαφτεί (η)
🔉
☆
boyanabilmek
🔉
μπορεί να βαφτεί
🔉
☆
boyanış
🔉
βάψιμο (το)
🔉
☆
boyanıverme
🔉
αιφνίδιο βάψιμο (το)
🔉
☆
boyanıvermek
🔉
βάφομαι αμέσως
🔉
χρωματίζομαι αιφνιδίως
🔉
☆
boyanma
🔉
βάψιμο (το)
🔉
☆
boyanmak
🔉
βάφομαι
🔉
χρωματίζομαι
🔉
☆
boyar
🔉
βαφέας (ο)
🔉
χρωστική ουσία (η)
🔉
☆
boyar madde
🔉
χρωστική ουσία (η)
🔉
☆
boyasız
🔉
άβαφος
🔉
χωρίς μπογιά
🔉
☆
boyasızlık
🔉
έλλειψη βαφής (η)
🔉
☆
boyatabilme
🔉
δυνατότητα να βάλω να βάψουν (η)
🔉
☆
boyatabilmek
🔉
μπορώ να βάλω να βάψουν
🔉
☆
boyatılabilme
🔉
δυνατότητα να βαφτεί (από άλλον) (η)
🔉
☆
boyatılabilmek
🔉
μπορεί να βαφτεί (από άλλον)
🔉
☆
boyatılış
🔉
βάψιμο κατ’ ανάθεση (το)
🔉
☆
boyatılma
🔉
βάψιμο κατ’ ανάθεση (το)
🔉
☆
boyatılmak
🔉
βάφομαι από άλλον
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱