Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
but
🔉
μηρός (ο)
🔉
butafor
🔉
σκηνικό αντικείμενο (το)
🔉
ρέπλικα (η)
🔉
butaforcu
🔉
κατασκευαστής σκηνικών αντικειμένων (ο)
🔉
butaforculuk
🔉
κατασκευή σκηνικών αντικειμένων (η)
🔉
bütan
🔉
βουτάνιο (το)
🔉
bütçe
🔉
προϋπολογισμός (ο)
🔉
bütçe açığı
🔉
έλλειμμα προϋπολογισμού (το)
🔉
bütçe dengesi
🔉
ισοζύγιο προϋπολογισμού (το)
🔉
bütçe yılı
🔉
οικονομικό έτος (το)
🔉
bütçeleme
🔉
κατάρτιση προϋπολογισμού (η)
🔉
bütçelemek
🔉
καταρτίζω προϋπολογισμό
🔉
büten
🔉
βουτέν (το)
🔉
bütey
🔉
βουτέι (το)
🔉
butik
🔉
μπουτίκ (η)
🔉
butik otel
🔉
μπουτίκ ξενοδοχείο (το)
🔉
butikçi
🔉
ιδιοκτήτης μπουτίκ (ο)
🔉
καταστηματάρχης μπουτίκ (ο)
🔉
butikçilik
🔉
εμπορία μέσω μπουτίκ (η)
🔉
λειτουργία μπουτίκ (η)
🔉
butlan
🔉
ακυρότητα (η)
🔉
butlu
🔉
με μηρούς
🔉
μηρώδης
🔉
buton
🔉
κουμπί (το)
🔉
πλήκτρο (το)
🔉
butonlu
🔉
με κουμπί
🔉
με πλήκτρο
🔉
butonsuz
🔉
χωρίς κουμπί
🔉
χωρίς πλήκτρο
🔉
butsuz
🔉
χωρίς μηρούς
🔉
bütün
🔉
όλος
🔉
ακέραιος
🔉
σύνολο (το)
🔉
bütün bütün
🔉
ολόκληρος
🔉
εξ ολοκλήρου
🔉
bütün bütüne
🔉
εξ ολοκλήρου
🔉
στο σύνολό του
🔉
bütün çıplaklığıyla
🔉
σε όλη του τη γυμνότητα
🔉
με όλη την ωμότητά του
🔉
bütüncü ekonomi
🔉
ολιστική οικονομία (η)
🔉
bütüncül
🔉
ολιστικός
🔉
bütüncüllük
🔉
ολιστικότητα (η)
🔉
bütünleme
🔉
συμπληρωματική εξέταση (η)
🔉
αναπλήρωση (η)
🔉
bütünleme sınavı
🔉
συμπληρωματική εξέταση (η)
🔉
bütünlemek
🔉
συμπληρώνω
🔉
αναπληρώνω
🔉
bütünlemeli
🔉
με συμπληρωματική εξέταση
🔉
με αναπλήρωση
🔉
bütünlenebilme
🔉
δυνατότητα να συμπληρωθεί (η)
🔉
δυνατότητα να αναπληρωθεί (η)
🔉
bütünlenebilmek
🔉
μπορώ να συμπληρωθώ
🔉
μπορώ να αναπληρωθώ
🔉
bütünleniş
🔉
συμπλήρωση (η)
🔉
αναπλήρωση (η)
🔉
bütünlenme
🔉
συμπλήρωση (η)
🔉
αναπλήρωση (η)
🔉
bütünlenmek
🔉
συμπληρώνομαι
🔉
αναπληρώνομαι
🔉
bütünler
🔉
συμπληρωματικός (ο)
🔉
bütünler açı
🔉
παραπληρωματική γωνία (η)
🔉
bütünleşebilme
🔉
δυνατότητα ολοκλήρωσης (η)
🔉
δυνατότητα ενοποίησης (η)
🔉
bütünleşebilmek
🔉
μπορώ να ολοκληρωθώ
🔉
μπορώ να ενοποιηθώ
🔉
bütünleşik
🔉
ολοκληρωμένος
🔉
ενοποιημένος
🔉
bütünleşme
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
ενοποίηση (η)
🔉
bütünleşmek
🔉
ολοκληρώνομαι
🔉
ενοποιούμαι
🔉
bütünleştirebilme
🔉
δυνατότητα να ολοκληρώσει (η)
🔉
δυνατότητα να ενοποιήσει (η)
🔉
bütünleştirebilmek
🔉
μπορώ να ολοκληρώσω
🔉
μπορώ να ενοποιήσω
🔉
bütünleştirilebilme
🔉
δυνατότητα να ολοκληρωθεί (η)
🔉
δυνατότητα να ενοποιηθεί (η)
🔉
bütünleştirilebilmek
🔉
μπορώ να ολοκληρωθώ
🔉
μπορώ να ενοποιηθώ
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱