Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
cep
🔉
τσέπη (η)
🔉
cep defteri
🔉
σημειωματάριο τσέπης (το)
🔉
cep faresi
🔉
πορτοφολάς (ο)
🔉
cep feneri
🔉
φακός τσέπης (ο)
🔉
cep harçlığı
🔉
χαρτζιλίκι (το)
🔉
cep kitabı
🔉
βιβλίο τσέπης (το)
🔉
cep saati
🔉
ρολόι τσέπης (το)
🔉
cep sözlüğü
🔉
λεξικό τσέπης (το)
🔉
cep takvimi
🔉
ημερολόγιο τσέπης (το)
🔉
cep telefonu
🔉
κινητό τηλέφωνο (το)
🔉
cep televizyonu
🔉
τηλεόραση τσέπης (η)
🔉
cepçi
🔉
πορτοφολάς (ο)
🔉
cepçilik
🔉
πορτοφολάδικη (η)
🔉
çepeçevre
🔉
ολόγυρα
🔉
κυκλικά
🔉
παντού γύρω
🔉
çepel
🔉
βρομιά (η)
🔉
ρύπος (ο)
🔉
çepelleme
🔉
λέρωμα (το)
🔉
ρύπανση (η)
🔉
çepellemek
🔉
λερώνω
🔉
ρυπαίνω
🔉
çepellenme
🔉
λέρωμα (το)
🔉
ρύπανση (η)
🔉
çepellenmek
🔉
λερώνoμαι
🔉
ρυπαίνομαι
🔉
çepelli
🔉
βρόμικος
🔉
ρυπαρός
🔉
çepellilik
🔉
βρομιά (η)
🔉
ρυπαρότητα (η)
🔉
çepelsiz
🔉
καθαρός
🔉
άρρυπος
🔉
çeper
🔉
περίβλημα (το)
🔉
περίμετρος (η)
🔉
τοίχωμα (το)
🔉
çeperli
🔉
με περίβλημα
🔉
με τοίχωμα
🔉
çepersiz
🔉
χωρίς περίβλημα
🔉
χωρίς τοίχωμα
🔉
çepez
🔉
ρύπος (ο)
🔉
βρομιά (η)
🔉
cephane
🔉
πυρομαχικά (τα)
🔉
οπλισμός (ο)
🔉
cephaneci
🔉
οπλοπώλης (ο)
🔉
πυρομαχικός (ο)
🔉
cephanecilik
🔉
εμπορία όπλων (η)
🔉
εμπορία πυρομαχικών (η)
🔉
cephanelik
🔉
οπλοστάσιο (το)
🔉
αποθήκη πυρομαχικών (η)
🔉
cephe
🔉
μέτωπο (το)
🔉
πρόσοψη (η)
🔉
cephelenme
🔉
παράταξη (η)
🔉
αντιπαράθεση (η)
🔉
cephelenmek
🔉
παρατάσσομαι
🔉
αντιπαρατίθεμαι
🔉
cepheleşme
🔉
αντιπαράθεση (η)
🔉
πόλωση (η)
🔉
cepheleşmek
🔉
αντιπαρατίθεμαι
🔉
πολώνομαι
🔉
cepheli
🔉
με πρόσοψη
🔉
με μέτωπο
🔉
çepin
🔉
πρόχειρο κατάλυμα (το)
🔉
cepken
🔉
κοντό γιλέκο (το)
🔉
cepleme
🔉
τσεπώνω (η)
🔉
ιδιοποίηση (η)
🔉
ceplemek
🔉
τσεπώνω
🔉
ιδιοποιούμαι
🔉
Çepni
🔉
Τσεπνί (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱