Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆dış 🔉  

έξω 🔉  
εξωτερικό (το) 🔉  
περίβλημα (το) 🔉  
φλοιός (ο) 🔉  
κόπρανα (τα) 🔉  
☆dış açı 🔉  

εξωτερική γωνία (η) 🔉  
☆dış ağ 🔉  

εξωτερικό δίκτυο (το) 🔉  
☆dış âlem 🔉  

εξωτερικός κόσμος (ο) 🔉  
☆dış alım 🔉  

εισαγωγή (η) 🔉  
☆dış alımcı 🔉  

εισαγωγέας (ο) 🔉  
☆dış alımcılık 🔉  

εισαγωγικό εμπόριο (το) 🔉  
☆dış asalak 🔉  

εξωπαράσιτο (το) 🔉  
☆dış başkalaşım 🔉  

εξωμεταμόρφωση (η) 🔉  
☆dış bellek 🔉  

εξωτερική μνήμη (η) 🔉  
☆dış beslenme 🔉  

εξωσιτισμός (ο) 🔉  
☆dış borç 🔉  

εξωτερικό χρέος (το) 🔉  
☆dış borçlanma 🔉  

εξωτερικός δανεισμός (ο) 🔉  
☆dış çevre 🔉  

εξωτερικό περιβάλλον (το) 🔉  
☆dış çizgiler durumu 🔉  

περίγραμμα (το) 🔉  
☆dış çokgen 🔉  

εξωτερικό πολύγωνο (το) 🔉  
☆dış deri 🔉  

εξώδερμα (το) 🔉  
☆dış dünya 🔉  

εξωτερικός κόσμος (ο) 🔉  
☆dış evlilik 🔉  

εξωγαμία (η) 🔉  
☆dış gebelik 🔉  

εξωμήτριος κύηση (η) 🔉  
☆dış gezegen 🔉  

εξωπλανήτης (ο) 🔉  
☆dış gezi 🔉  

εκδρομή (η) 🔉  
☆dış güçler 🔉  

εξωτερικές δυνάμεις (οι) 🔉  
☆dış hat 🔉  

εξωτερική γραμμή (η) 🔉  
☆dış hatlar 🔉  

εξωτερικές γραμμές (οι) 🔉  
☆dış işleri 🔉  

εξωτερικές υποθέσεις (οι) 🔉  
υπουργείο Εξωτερικών (το) 🔉  
☆dış kapı 🔉  

εξώπορτα (η) 🔉  
☆dış kavuz 🔉  

εξωτερικό περίβλημα (το) 🔉  
φλοιός (ο) 🔉  
☆dış kredi 🔉  

εξωτερική πίστωση (η) 🔉  
εξωτερικό δάνειο (το) 🔉  
☆dış kulak 🔉  

έξω ους (το) 🔉  
εξωτερικό αυτί (το) 🔉  
☆dış kutsal 🔉  

εξωτερικό ιερό (το) 🔉  
☆dış lastik 🔉  

εξωτερικό ελαστικό (το) 🔉  
☆dış merkezli 🔉  

εξωκεντρικός 🔉  
☆dış merkezlik 🔉  

εξωκεντρότητα (η) 🔉  
☆dış merkezlilik 🔉  

εξωκεντρότητα (η) 🔉  
☆dış odun 🔉  

σομφόξυλο (το) 🔉  
☆dış pazar 🔉  

εξωτερική αγορά (η) 🔉  
☆dış pazarlama 🔉  

εξωτερικό μάρκετινγκ (το) 🔉  
☆dış piyasa 🔉  

εξωτερική αγορά (η) 🔉  
☆dış plazma 🔉  

εξωπλάσμα (το) 🔉  
☆dış politika 🔉  

εξωτερική πολιτική (η) 🔉  
☆dış saha 🔉  

εξωτερικός χώρος (ο) 🔉  
☆dış satım 🔉  

εξαγωγή (η) 🔉  
☆dış satımcı 🔉  

εξαγωγέας (ο) 🔉  
☆dış satımcılık 🔉  

εξαγωγικό εμπόριο (το) 🔉  
☆dış ses 🔉  

εξωτερική φωνή (η) 🔉  
☆dış ters açı 🔉  

εξωτερική εναλλάξ γωνία (η) 🔉  
☆dış ticaret 🔉  

εξωτερικό εμπόριο (το) 🔉  
☆dış ticaret açığı 🔉  

έλλειμμα εξωτερικού εμπορίου (το) 🔉  
☆dış vurum 🔉  

εξωτερίκευση (η) 🔉  
έκφραση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱