Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
dağ 🔉  

βουνό (το) 🔉  
όρος (το) 🔉  
dağ adamı 🔉  

ορεσίβιος (ο) 🔉  
άνθρωπος του βουνού (ο) 🔉  
dağ alası 🔉  

πέστροφα (η) 🔉  
dağ anası 🔉  

μητέρα του βουνού (η) 🔉  
dağ armudu 🔉  

αγριοαχλάδι (το) 🔉  
dağ aslanı 🔉  

πούμα (το) 🔉  
ορεινό λιοντάρι (το) 🔉  
dağ ayısı 🔉  

καφέ αρκούδα (η) 🔉  
αρκούδα (η) 🔉  
dağ başı 🔉  

κορυφή βουνού (η) 🔉  
βουνοκορφή (η) 🔉  
dağ bayır 🔉  

βουνά και λαγκάδια (τα) 🔉  
ανηφοροκατηφόρες (οι) 🔉  
dağ bilimi 🔉  

ορολογία (η) 🔉  
ορογραφία (η) 🔉  
dağ birliği 🔉  

ορεινή μονάδα (η) 🔉  
ορεινό σώμα (το) 🔉  
dağ çamı 🔉  

ορεινό πεύκο (το) 🔉  
dağ çayı 🔉  

τσάι του βουνού (το) 🔉  
σιδερίτης (ο) 🔉  
dağ çayırı 🔉  

ορεινό λιβάδι (το) 🔉  
dağ çileği 🔉  

αγριοφράουλα (η) 🔉  
dağ dalak otu 🔉  

σπλήνιο (το) 🔉  
dağ elması 🔉  

αγριομήλο (το) 🔉  
dağ eriği 🔉  

αγριοδαμάσκηνο (το) 🔉  
dağ eteği 🔉  

πρόποδες (οι) 🔉  
ρίζα του βουνού (η) 🔉  
dağ evi 🔉  

ορεινό σπίτι (το) 🔉  
καλύβα (η) 🔉  
dağ gölü 🔉  

ορεινή λίμνη (η) 🔉  
dağ havası 🔉  

ορεινός αέρας (ο) 🔉  
ορεινό κλίμα (το) 🔉  
dağ iklimi 🔉  

ορεινό κλίμα (το) 🔉  
dağ isketesi 🔉  

ορεινή σκαλίδα (η) 🔉  
dağ ispinozu 🔉  

ορεινός σπίνος (ο) 🔉  
dağ kavağı 🔉  

ορεινή λεύκα (η) 🔉  
dağ keçisi 🔉  

αγριόγιδο (το) 🔉  
αίγαγρος (ο) 🔉  
dağ kestanesi 🔉  

αγριοκαστανιά (η) 🔉  
dağ kırlangıcı 🔉  

ορεινό χελιδόνι (το) 🔉  
dağ kolu 🔉  

ορεινός κλάδος (ο) 🔉  
ορεινός βραχίονας (ο) 🔉  
dağ köyü 🔉  

ορεινό χωριό (το) 🔉  
dağ lalesi 🔉  

ορεινή τουλίπα (η) 🔉  
dağ merası 🔉  

ορεινός βοσκότοπος (ο) 🔉  
dağ nanesi 🔉  

άγρια μέντα (η) 🔉  
ορεινή μέντα (η) 🔉  
dağ oluşu 🔉  

ορογένεση (η) 🔉  
dağ otlağı 🔉  

ορεινός βοσκότοπος (ο) 🔉  
dağ reyhanı 🔉  

άγριος βασιλικός (ο) 🔉  
ορεινός βασιλικός (ο) 🔉  
dağ serçesi 🔉  

ορεινό σπουργίτι (το) 🔉  
dağ servisi 🔉  

ορεινό κυπαρίσσι (το) 🔉  
dağ sıçanı 🔉  

ορεινός αρουραίος (ο) 🔉  
dağ taş 🔉  

βουνά και πέτρες (τα) 🔉  
dağ tavuğu 🔉  

ορεινή πέρδικα (η) 🔉  
dağ topu 🔉  

ορεινό πυροβόλο (το) 🔉  
dağar 🔉  

σακί (το) 🔉  
δερμάτινος σάκος (ο) 🔉  
dağarcığı yüklü 🔉  

πολυμαθής 🔉  
με πλούσιες γνώσεις 🔉  
dağarcık 🔉  

θύλακος (ο) 🔉  
σάκος (ο) 🔉  
λεξιλόγιο (το) 🔉  
dağbaşı 🔉  

κορυφή βουνού (η) 🔉  
βουνοκορφή (η) 🔉  
dağcı 🔉  

ορειβάτης (ο) 🔉  
dağcıl 🔉  

ορειβατικός 🔉  
dağcılık 🔉  

ορειβασία (η) 🔉  
ορειβατισμός (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱