Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
dalga
🔉
κύμα (το)
🔉
☆
dalga bandı
🔉
ζώνη κυμάτων (η)
🔉
☆
dalga boyu
🔉
μήκος κύματος (το)
🔉
☆
dalga çukuru
🔉
κοιλάδα κύματος (η)
🔉
☆
dalga dalga
🔉
κυματιστά
🔉
κύμα το κύμα
🔉
☆
dalga genliği
🔉
πλάτος κύματος (το)
🔉
☆
dalga hızı
🔉
ταχύτητα κύματος (η)
🔉
☆
dalga kuşağı
🔉
ζώνη κυμάτων (η)
🔉
☆
dalga oyuğu
🔉
κοιλότητα κύματος (η)
🔉
☆
dalga periyodu
🔉
περίοδος κύματος (η)
🔉
☆
dalga sırtı
🔉
κορυφή κύματος (η)
🔉
☆
dalga tepesi
🔉
κορυφή κύματος (η)
🔉
☆
dalga uzunluğu
🔉
μήκος κύματος (το)
🔉
☆
dalga yüksekliği
🔉
ύψος κύματος (το)
🔉
☆
dalgacı
🔉
κυματιστής (ο)
🔉
ταραχοποιός (ο)
🔉
☆
dalgacı Mahmut
🔉
Νταλγκατζή Μαχμούτ (ο)
🔉
☆
dalgacık
🔉
κυματάκι (το)
🔉
☆
dalgacılık
🔉
ταραχοποιία (η)
🔉
☆
dalgakıran
🔉
κυματοθραύστης (ο)
🔉
☆
dalgalanabilme
🔉
δυνατότητα κυματισμού (η)
🔉
☆
dalgalanabilmek
🔉
δύναμαι να κυματίσω
🔉
δύναμαι να κυματιστώ
🔉
☆
dalgalandırabilme
🔉
δυνατότητα να κυματίσω (η)
🔉
☆
dalgalandırabilmek
🔉
δύναμαι να κυματίσω
🔉
δύναμαι να κυματώσω
🔉
☆
dalgalandırılma
🔉
κυμάτωση (η)
🔉
☆
dalgalandırılmak
🔉
κυματώνομαι
🔉
☆
dalgalandırış
🔉
κυμάτωση (η)
🔉
☆
dalgalandırma
🔉
κυμάτωση (η)
🔉
☆
dalgalandırmak
🔉
κυματώνω
🔉
κυματίζω
🔉
☆
dalgalanış
🔉
κυματισμός (ο)
🔉
☆
dalgalanıverme
🔉
αιφνίδιος κυματισμός (ο)
🔉
☆
dalgalanıvermek
🔉
κυματίζω αμέσως
🔉
κυματίζομαι αμέσως
🔉
☆
dalgalanma
🔉
κυματισμός (ο)
🔉
διακύμανση (η)
🔉
☆
dalgalanmak
🔉
κυματίζω
🔉
κυματίζομαι
🔉
διακυμαίνομαι
🔉
☆
dalgalı
🔉
κυματιστός
🔉
κυματώδης
🔉
☆
dalgalı akım
🔉
κυματιστό ρεύμα (το)
🔉
εναλλασσόμενο ρεύμα (το)
🔉
☆
dalgalı akım üreteci
🔉
γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος (η)
🔉
☆
dalgalı borçlar
🔉
κυμαινόμενα χρέη (τα)
🔉
☆
dalgalı kur
🔉
κυμαινόμενη ισοτιμία (η)
🔉
☆
dalgaölçer
🔉
κυματόμετρο (το)
🔉
☆
dalgasız
🔉
άκυματος
🔉
ήρεμος
🔉
☆
dalgasızca
🔉
άκυματα
🔉
ήρεμα
🔉
☆
dalgasızlık
🔉
νηνεμία (η)
🔉
ακινησία κυμάτων (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱