Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆damga 🔉  

σφραγίδα (η) 🔉  
στίγμα (το) 🔉  
σημάδι (το) 🔉  
χαραγμένο έμβλημα (το) 🔉  
☆damga harcı 🔉  

τέλος χαρτοσήμου (το) 🔉  
☆damga pulu 🔉  

χαρτόσημο (το) 🔉  
☆damga vergisi 🔉  

φόρος χαρτοσήμου (ο) 🔉  
☆damgacı 🔉  

σφραγιστής (ο) 🔉  
χαράκτης σφραγίδων (ο) 🔉  
☆damgacılık 🔉  

σφραγιδοποιία (η) 🔉  
τέχνη του σφραγιστή (η) 🔉  
☆damgalama 🔉  

σφράγιση (η) 🔉  
στιγματισμός (ο) 🔉  
☆damgalamak 🔉  

σφραγίζω 🔉  
στιγματίζω 🔉  
☆damgalanabilme 🔉  

δυνατότητα σφράγισης (η) 🔉  
δυνατότητα στιγματισμού (η) 🔉  
☆damgalanabilmek 🔉  

δύναμαι να σφραγιστώ 🔉  
δύναμαι να στιγματιστώ 🔉  
☆damgalanış 🔉  

σφράγιση (η) 🔉  
στιγματισμός (ο) 🔉  
☆damgalanıverme 🔉  

αιφνίδια σφράγιση (η) 🔉  
αιφνίδιος στιγματισμός (ο) 🔉  
☆damgalanıvermek 🔉  

σφραγίζομαι αμέσως 🔉  
στιγματίζομαι αμέσως 🔉  
☆damgalanma 🔉  

σφράγιση (η) 🔉  
στιγματισμός (ο) 🔉  
☆damgalanmak 🔉  

σφραγίζομαι 🔉  
στιγματίζομαι 🔉  
☆damgalatma 🔉  

ανάθεση σφράγισης (η) 🔉  
☆damgalatmak 🔉  

βάζω να σφραγίσουν 🔉  
προκαλώ να σφραγιστεί 🔉  
☆damgalayabilme 🔉  

δυνατότητα σφράγισης (η) 🔉  
δυνατότητα στιγματισμού (η) 🔉  
☆damgalayabilmek 🔉  

δύναμαι να σφραγίσω 🔉  
δύναμαι να στιγματίσω 🔉  
☆damgalayış 🔉  

σφράγιση (η) 🔉  
στιγματισμός (ο) 🔉  
☆damgalayıverme 🔉  

άμεση σφράγιση (η) 🔉  
άμεσος στιγματισμός (ο) 🔉  
☆damgalayıvermek 🔉  

σφραγίζω αμέσως 🔉  
στιγματίζω αμέσως 🔉  
☆damgalı 🔉  

σφραγισμένος 🔉  
στιγματισμένος 🔉  
☆damgasız 🔉  

ασφράγιστος 🔉  
άνευ σφραγίδας 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱