Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
dan dan
🔉
νταν-νταν (επιφ.)
🔉
☆
dan dun
🔉
νταν-ντουν (επιφ.)
🔉
☆
dana
🔉
μοσχάρι (το)
🔉
μοσχαράκι (το)
🔉
☆
dana derisi
🔉
μοσχαρίσιο δέρμα (το)
🔉
☆
dana eti
🔉
μοσχαρίσιο κρέας (το)
🔉
μοσχάρι (το)
🔉
☆
dana humması
🔉
πυρετός των μόσχων (ο)
🔉
☆
danaayağı
🔉
πόδι μοσχαριού (το)
🔉
☆
danaburnu
🔉
γρύλος (ο) (έντομο)
🔉
☆
danacı
🔉
εκτροφέας μοσχαριών (ο)
🔉
☆
danadili
🔉
γλώσσα του μοσχαριού (η)
🔉
☆
danakıran otu
🔉
δανακίραν (το)
🔉
αγριόχορτο δανακίραν (το)
🔉
☆
Danca
🔉
δανικά (τα)
🔉
☆
dandik
🔉
ευτελής
🔉
πρόχειρος
🔉
κακότεχνος
🔉
☆
dandikleşme
🔉
εκχυδαϊσμός (ο)
🔉
ευτελισμός (ο)
🔉
☆
dandikleşmek
🔉
εκχυδαΐζομαι
🔉
ευτελίζομαι
🔉
☆
dandiklik
🔉
ευτέλεια (η)
🔉
προχειρότητα (η)
🔉
κακοτεχνία (η)
🔉
☆
dandini
🔉
νανούρισμα (το)
🔉
☆
dandini bebek
🔉
νανούρισμα (το)
🔉
☆
dane
🔉
κόκκος (ο)
🔉
σπυρί (το)
🔉
ρώγα (η)
🔉
τεμάχιο (το)
🔉
☆
dang
🔉
ντανγκ (επιφ.)
🔉
☆
dangadak
🔉
ντανγκαδάκ (επιφ.)
🔉
☆
dangalak
🔉
βλάκας (ο)
🔉
χαζός (ο)
🔉
☆
dangalakça
🔉
βλακωδώς
🔉
χαζά
🔉
☆
dangalaklaşma
🔉
αποβλάκωση (η)
🔉
☆
dangalaklaşmak
🔉
αποβλακώνομαι
🔉
☆
dangalaklık
🔉
βλακεία (η)
🔉
χαζομάρα (η)
🔉
☆
dangıl dungul
🔉
ντανγκίλ-ντουνγκούλ (επιφ.)
🔉
☆
dangırdama
🔉
κρότος (ο)
🔉
κλαγγή (η)
🔉
☆
dangırdamak
🔉
κροταλίζω
🔉
κάνω κρότο
🔉
☆
Danimarka kırmızısı
🔉
δανέζικο κόκκινο (το)
🔉
☆
Danimarkalı
🔉
Δανός (ο)
🔉
Δανή (η)
🔉
δανικός
🔉
☆
daniska
🔉
δανέζικος
🔉
άριστης ποιότητας
🔉
☆
danişment
🔉
δανισμέντης (ο)
🔉
☆
danış
🔉
συμβουλή (η)
🔉
γνωμοδότηση (η)
🔉
☆
danışabilme
🔉
δυνατότητα συμβουλής (η)
🔉
δυνατότητα διαβούλευσης (η)
🔉
☆
danışabilmek
🔉
δύναμαι να συμβουλευθώ
🔉
δύναμαι να διαβουλευθώ
🔉
☆
danışık
🔉
συνεννοημένος
🔉
προσυμφωνημένος
🔉
☆
danışıklı
🔉
συνεννοημένος
🔉
προσυμφωνημένος
🔉
☆
danışıklı dövüş
🔉
προσυνεννοημένος αγώνας (ο)
🔉
στημένος αγώνας (ο)
🔉
☆
danışıklık
🔉
συνεννόηση (η)
🔉
προσυμφωνία (η)
🔉
☆
danışılabilme
🔉
δυνατότητα διαβούλευσης (η)
🔉
☆
danışılabilmek
🔉
δύναμαι να τεθώ σε διαβούλευση
🔉
δύναμαι να συζητηθώ
🔉
☆
danışılma
🔉
διαβούλευση (η)
🔉
☆
danışılmak
🔉
τίθεμαι σε διαβούλευση
🔉
συζητούμαι
🔉
☆
danışma
🔉
διαβούλευση (η)
🔉
συμβουλευτική (η)
🔉
☆
danışma bürosu
🔉
γραφείο συμβουλών (το)
🔉
συμβουλευτικό γραφείο (το)
🔉
☆
danışma meclisi
🔉
συμβουλευτικό συμβούλιο (το)
🔉
☆
danışmak
🔉
συμβουλεύομαι
🔉
διαβουλεύομαι
🔉
☆
danışman
🔉
σύμβουλος (ο)
🔉
☆
danışmanlık
🔉
συμβουλευτική (η)
🔉
ιδιότητα συμβούλου (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱