Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
değer 🔉  

αξία (η) 🔉  
τιμή (η) 🔉  
αξίωμα (το) 🔉  
değer analizi 🔉  

ανάλυση αξίας (η) 🔉  
değer artırma 🔉  

αύξηση αξίας (η) 🔉  
değer düşümü 🔉  

μείωση αξίας (η) 🔉  
υποτίμηση (η) 🔉  
değer düşürme 🔉  

υποτίμηση (η) 🔉  
μείωση αξίας (η) 🔉  
değer düşürümü 🔉  

υποτίμηση (η) 🔉  
μείωση αξίας (η) 🔉  
değer katma 🔉  

προστιθέμενη αξία (η) 🔉  
değer kuramı 🔉  

θεωρία της αξίας (η) 🔉  
değer yargısı 🔉  

αξιολογική κρίση (η) 🔉  
değerbilir 🔉  

ευγνώμων 🔉  
που εκτιμά 🔉  
değerbilirlik 🔉  

ευγνωμοσύνη (η) 🔉  
εκτίμηση (η) 🔉  
değerbilmez 🔉  

αχάριστος 🔉  
αγνώμων 🔉  
değerbilmezlik 🔉  

αχαριστία (η) 🔉  
αγνωμοσύνη (η) 🔉  
değerleme 🔉  

αποτίμηση (η) 🔉  
αξιολόγηση (η) 🔉  
değerlemek 🔉  

αποτιμώ 🔉  
αξιολογώ 🔉  
değerlendirebilme 🔉  

δυνατότητα αξιολόγησης (η) 🔉  
değerlendirebilmek 🔉  

δύναμαι να αξιολογήσω 🔉  
μπορώ να αποτιμήσω 🔉  
değerlendirilebilme 🔉  

δυνατότητα να αξιολογηθεί (η) 🔉  
değerlendirilebilmek 🔉  

δύναμαι να αξιολογηθώ 🔉  
μπορώ να αποτιμηθώ 🔉  
değerlendiriliş 🔉  

αξιολόγηση (η) 🔉  
αποτίμηση (η) 🔉  
değerlendirilme 🔉  

αξιολόγηση (η) 🔉  
αποτίμηση (η) 🔉  
değerlendirilmek 🔉  

αξιολογούμαι 🔉  
αποτιμώμαι 🔉  
değerlendiriverme 🔉  

άμεση αξιολόγηση (η) 🔉  
πρόχειρη αποτίμηση (η) 🔉  
değerlendirivermek 🔉  

αξιολογώ αμέσως 🔉  
αποτιμώ μονομιάς 🔉  
değerlendirme 🔉  

αξιολόγηση (η) 🔉  
αποτίμηση (η) 🔉  
değerlendirmek 🔉  

αξιολογώ 🔉  
αποτιμώ 🔉  
değerlenebilme 🔉  

δυνατότητα να αποκτήσει αξία (η) 🔉  
değerlenebilmek 🔉  

δύναμαι να αποκτήσω αξία 🔉  
μπορώ να ανατιμηθώ 🔉  
değerleniş 🔉  

ανατίμηση (η) 🔉  
απόκτηση αξίας (η) 🔉  
değerleniverme 🔉  

αιφνίδια ανατίμηση (η) 🔉  
değerlenivermek 🔉  

ανατιμώμαι αιφνιδίως 🔉  
αποκτώ αξία μονομιάς 🔉  
değerlenme 🔉  

ανατίμηση (η) 🔉  
απόκτηση αξίας (η) 🔉  
değerlenmek 🔉  

ανατιμώμαι 🔉  
αποκτώ αξία 🔉  
değerler dizisi 🔉  

κλίμακα αξιών (η) 🔉  
σύστημα αξιών (το) 🔉  
değerli 🔉  

πολύτιμος 🔉  
αξιόλογος 🔉  
αγαπητός 🔉  
değerli kâğıt 🔉  

αξιόγραφο (το) 🔉  
χρεόγραφο (το) 🔉  
değerlilik 🔉  

αξία (η) 🔉  
πολυτιμότητα (η) 🔉  
değersiz 🔉  

άνευ αξίας 🔉  
ασήμαντος 🔉  
ευτελής 🔉  
değersizleşebilme 🔉  

δυνατότητα απαξίωσης (η) 🔉  
değersizleşebilmek 🔉  

δύναμαι να απαξιωθώ 🔉  
μπορώ να χάσω την αξία μου 🔉  
değersizleşme 🔉  

απαξίωση (η) 🔉  
υποβάθμιση (η) 🔉  
değersizleşmek 🔉  

απαξιώνομαι 🔉  
υποβαθμίζομαι 🔉  
değersizleştirebilme 🔉  

δυνατότητα απαξίωσης (η) 🔉  
δυνατότητα υποβάθμισης (η) 🔉  
değersizleştirebilmek 🔉  

δύναμαι να απαξιώσω 🔉  
μπορώ να υποβαθμίσω 🔉  
değersizleştirme 🔉  

απαξίωση (η) 🔉  
υποβάθμιση (η) 🔉  
değersizleştirmek 🔉  

απαξιώνω 🔉  
υποβαθμίζω 🔉  
değersizlik 🔉  

αναξιότητα (η) 🔉  
ευτέλεια (η) 🔉  
ασημαντότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱