Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
deney
🔉
πείραμα (το)
🔉
δοκιμή (η)
🔉
☆
deney kabı
🔉
δοχείο πειράματος (το)
🔉
εργαστηριακό δοχείο (το)
🔉
☆
deney tüpü
🔉
δοκιμαστικός σωλήνας (ο)
🔉
☆
deneyci
🔉
εμπειριστής (ο)
🔉
☆
deneycilik
🔉
εμπειρισμός (ο)
🔉
☆
deneyebilme
🔉
δυνατότητα δοκιμής (η)
🔉
☆
deneyebilmek
🔉
μπορώ να δοκιμάσω
🔉
μπορώ να πειραματιστώ
🔉
☆
deneyim
🔉
εμπειρία (η)
🔉
☆
deneyimci
🔉
εμπειριστής (ο)
🔉
☆
deneyimcilik
🔉
εμπειρισμός (ο)
🔉
☆
deneyimli
🔉
έμπειρος
🔉
☆
deneyimlilik
🔉
εμπειρία (η)
🔉
ιδιότητα έμπειρου (η)
🔉
☆
deneyimsiz
🔉
άπειρος
🔉
☆
deneyimsizlik
🔉
απειρία (η)
🔉
☆
deneyiş
🔉
δοκιμή (η)
🔉
πειραματισμός (ο)
🔉
☆
deneyiverme
🔉
γρήγορη δοκιμή (η)
🔉
γρήγορος πειραματισμός (ο)
🔉
☆
deneyivermek
🔉
δοκιμάζω αμέσως
🔉
πειραματίζομαι αμέσως
🔉
☆
deneyleme
🔉
πειραματισμός (ο)
🔉
δοκιμή (η)
🔉
☆
deneylemek
🔉
πειραματίζομαι
🔉
δοκιμάζω
🔉
☆
deneyli
🔉
έμπειρος
🔉
☆
deneysel
🔉
πειραματικός
🔉
☆
deneyselci
🔉
πειραματιστής (ο)
🔉
☆
deneyselcilik
🔉
πειραματισμός (ο)
🔉
☆
deneysellik
🔉
πειραματικότητα (η)
🔉
☆
deneysiz
🔉
χωρίς πείραμα
🔉
μη πειραματικός
🔉
☆
deneysizlik
🔉
έλλειψη πειραματισμού (η)
🔉
☆
deneyüstü
🔉
υπερφυσικός
🔉
παραφυσικός
🔉
☆
deneyüstücü
🔉
παραφυσικός ερευνητής (ο)
🔉
υπερφυσιολόγος (ο)
🔉
☆
deneyüstücülük
🔉
παραφυσική (η)
🔉
μελέτη του υπερφυσικού (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱