Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
dere
🔉
ρέμα (το)
🔉
ποταμάκι (το)
🔉
κοιλάδα (η)
🔉
dere tepe
🔉
ρέματα και λόφοι (τα)
🔉
ανηφοροκατηφόρες (οι)
🔉
dere yatağı
🔉
κοίτη (η)
🔉
derebeyi
🔉
φεουδάρχης (ο)
🔉
τοπικός άρχοντας (ο)
🔉
derebeylik
🔉
φεουδαρχία (η)
🔉
φεουδαρχικό καθεστώς (το)
🔉
derebilme
🔉
δυνατότητα να πει (η)
🔉
derebilmek
🔉
μπορώ να πω
🔉
Derebucak
🔉
Ντερεμπουτζάκ (το)
🔉
derece
🔉
βαθμός (ο)
🔉
μοίρα (η)
🔉
κλίμακα (η)
🔉
derece derece
🔉
βαθμιαία
🔉
κατά βαθμούς
🔉
dereceleme
🔉
βαθμολόγηση (η)
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelemek
🔉
βαθμολογώ
🔉
διαβαθμίζω
🔉
derecelendirebilme
🔉
δυνατότητα βαθμολόγησης (η)
🔉
δυνατότητα διαβάθμισης (η)
🔉
derecelendirebilmek
🔉
μπορώ να βαθμολογήσω
🔉
μπορώ να διαβαθμίσω
🔉
derecelendirilebilme
🔉
δυνατότητα να βαθμολογηθεί (η)
🔉
δυνατότητα να διαβαθμιστεί (η)
🔉
derecelendirilebilmek
🔉
μπορεί να βαθμολογηθεί
🔉
μπορεί να διαβαθμιστεί
🔉
derecelendirilme
🔉
βαθμολόγηση (η)
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelendirilmek
🔉
βαθμολογούμαι
🔉
διαβαθμίζομαι
🔉
derecelendirme
🔉
βαθμολόγηση (η)
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelendirmek
🔉
βαθμολογώ
🔉
διαβαθμίζω
🔉
dereceleniş
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelenme
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelenmek
🔉
διαβαθμίζομαι
🔉
dereceli
🔉
βαθμολογημένος
🔉
διαβαθμισμένος
🔉
derecesiz
🔉
χωρίς βαθμό
🔉
αβαθμολόγητος
🔉
derecik
🔉
ρυάκι (το)
🔉
μικρό ρέμα (το)
🔉
dereke
🔉
ιζήματα (τα)
🔉
κατακάθι (το)
🔉
Dereli
🔉
Ντερελί (το)
🔉
dereotu
🔉
άνηθος (ο)
🔉
Derepazarı
🔉
Ντερεπαζαρί (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱