Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
dik
🔉
όρθιος
🔉
κάθετος
🔉
☆
dik açı
🔉
ορθή γωνία (η)
🔉
☆
dik açıklık
🔉
ορθή γωνία (η)
🔉
☆
dik âlâsı
🔉
το άκρον άωτον (το)
🔉
☆
dik biçme
🔉
κάθετη κοπή (η)
🔉
☆
dik duruşlu
🔉
ορθόκορμος
🔉
☆
dik duruşluluk
🔉
ορθοκορμία (η)
🔉
☆
dik rüzgâr
🔉
κάθετος άνεμος (ο)
🔉
☆
dik silindir
🔉
ορθός κύλινδρος (ο)
🔉
☆
dik üçgen
🔉
ορθογώνιο τρίγωνο (το)
🔉
☆
dik yamuk
🔉
ορθογώνιο τραπέζιο (το)
🔉
☆
dikbaşlı
🔉
ξεροκέφαλος
🔉
☆
dikbaşlılık
🔉
ξεροκεφαλιά (η)
🔉
☆
dikçe
🔉
όρθια
🔉
☆
dikdörtgen
🔉
ορθογώνιο (το)
🔉
☆
dikdörtgensel
🔉
ορθογώνιος
🔉
☆
dikdörtgensel bölge
🔉
ορθογώνια περιοχή (η)
🔉
☆
dikebilme
🔉
δυνατότητα ραψίματος (η)
🔉
δυνατότητα φύτευσης (η)
🔉
☆
dikebilmek
🔉
μπορώ να ράψω
🔉
μπορώ να φυτέψω
🔉
☆
dikeç
🔉
παλούκι (το)
🔉
☆
dikel
🔉
κάθετος
🔉
☆
dikelebilme
🔉
δυνατότητα ραψίματος (η)
🔉
☆
dikelebilmek
🔉
μπορώ να ραφτώ
🔉
☆
dikeliş
🔉
όρθωση (η)
🔉
☆
dikelme
🔉
όρθωση (η)
🔉
☆
dikelmek
🔉
ορθώνομαι
🔉
σηκώνομαι
🔉
☆
dikeltme
🔉
όρθωση (η)
🔉
☆
dikeltmek
🔉
ορθώνω
🔉
σηκώνω
🔉
☆
diken
🔉
αγκάθι (το)
🔉
☆
diken diken
🔉
ανατριχιασμένος
🔉
☆
diken dutu
🔉
αγριομουριά (η)
🔉
☆
dikence
🔉
αγκαθάκι (το)
🔉
☆
dikencik
🔉
αγκαθάκι (το)
🔉
☆
dikencikli
🔉
αγκαθωτός
🔉
☆
dikenimsi
🔉
αγκαθωτός
🔉
☆
dikenleşme
🔉
αγκαθοποίηση (η)
🔉
☆
dikenleşmek
🔉
αγκαθοποιούμαι
🔉
☆
dikenli
🔉
αγκαθωτός
🔉
☆
dikenli balık
🔉
αγκαθόψαρο (το)
🔉
☆
dikenli balıkgiller
🔉
ακανθόψαρα (τα)
🔉
☆
dikenli meyan
🔉
γλυκόριζα αγκαθωτή (η)
🔉
☆
dikenli salyangoz
🔉
ακανθωτό σαλιγκάρι (το)
🔉
☆
dikenli tel
🔉
συρματόπλεγμα (το)
🔉
αγκαθωτό σύρμα (το)
🔉
☆
dikenli yol
🔉
κακοτράχαλος δρόμος (ο)
🔉
☆
dikenli yüzgeçliler
🔉
ακανθοπτέρυγα (τα)
🔉
☆
dikenlice
🔉
αγκαθωτά
🔉
☆
dikenlik
🔉
αγκαθιά (η)
🔉
☆
dikensi
🔉
αγκαθωτός
🔉
☆
dikensi çıkıntı
🔉
ακανθώδης απόφυση (η)
🔉
☆
dikensiz
🔉
άκανος
🔉
χωρίς αγκάθια
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱