Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆dil 🔉  

γλώσσα (η) 🔉  
λαλιά (η) 🔉  
γλώσσα (όργανο) (η) 🔉  
☆dil adası 🔉  

γλωσσική νησίδα (η) 🔉  
☆dil akrabalığı 🔉  

γλωσσική συγγένεια (η) 🔉  
☆dil altı bezleri 🔉  

υπογλώσσιοι αδένες (οι) 🔉  
☆dil atlası 🔉  

γλωσσικός άτλας (ο) 🔉  
☆dil balığı 🔉  

γλώσσα (ψάρι) (η) 🔉  
σόλα (η) 🔉  
☆dil bilgisi 🔉  

γραμματική (η) 🔉  
☆dil bilimci 🔉  

γλωσσολόγος (ο) 🔉  
☆dil bilimi 🔉  

γλωσσολογία (η) 🔉  
☆dil bilimsel 🔉  

γλωσσολογικός 🔉  
☆dil birliği 🔉  

γλωσσική ενότητα (η) 🔉  
☆dil cambazı 🔉  

γλωσσοδέτης (ο) 🔉  
λογοπαίχτης (ο) 🔉  
☆dil coğrafyası 🔉  

γλωσσική γεωγραφία (η) 🔉  
☆dil dalaşı 🔉  

λογομαχία (η) 🔉  
φιλονικία (η) 🔉  
☆dil ebeliği 🔉  

μαιευτική της γλώσσας (η) 🔉  
☆dil ebesi 🔉  

«μαμή της γλώσσας» (η) 🔉  
☆dil felsefesi 🔉  

φιλοσοφία της γλώσσας (η) 🔉  
☆dil kavgası 🔉  

γλωσσική διαμάχη (η) 🔉  
☆dil laboratuvarı 🔉  

γλωσσικό εργαστήριο (το) 🔉  
☆dil oğlanı 🔉  

γλωσσάς (ο) 🔉  
αυλικός αγγελιοφόρος (ο) 🔉  
☆dil öğrenimi 🔉  

εκμάθηση γλώσσας (η) 🔉  
☆dil öğretimi 🔉  

διδασκαλία γλώσσας (η) 🔉  
☆dil pelesengi 🔉  

γλωσσικό τικ (το) 🔉  
λεκτική έξη (η) 🔉  
☆dil peyniri 🔉  

τυρί «γλώσσα» (το) 🔉  
☆dil şakası 🔉  

λογοπαίγνιο (το) 🔉  
☆dil sürçmesi 🔉  

παραδρομή της γλώσσας (η) 🔉  
γλωσσικό ολίσθημα (το) 🔉  
☆dil tutukluğu 🔉  

τραυλισμός (ο) 🔉  
δυσχέρεια ομιλίας (η) 🔉  
☆dil yarası 🔉  

έλκος γλώσσας (το) 🔉  
πληγή της γλώσσας (η) 🔉  
☆dilaltı 🔉  

υπογλώσσιο (το) 🔉  
☆dilatometre 🔉  

διαστολόμετρο (το) 🔉  
☆dilaver 🔉  

Ντιλαβέρ (κύριο όνομα) 🔉  
☆dilbasar 🔉  

πιεστήριο γλώσσας (το) 🔉  
γλωσσοπίεστρο (το) 🔉  
☆dilbaz 🔉  

γλωσσοπλάστης (ο) 🔉  
φλύαρος (ο) 🔉  
☆dilbazlık 🔉  

φλυαρία (η) 🔉  
γλωσσοπλασία (η) 🔉  
☆dilber 🔉  

καλλονή (η) 🔉  
ωραία (η) 🔉  
☆dilberdudağı 🔉  

«χείλη της καλλονής» (το) 🔉  
☆dilberlik 🔉  

ομορφιά (η) 🔉  
καλλονή (η) 🔉  
☆dilce 🔉  

γλωσσικά 🔉  
από γλωσσική άποψη 🔉  
☆dilci 🔉  

γλωσσολόγος (ο) 🔉  
γλωσσικός (ο) 🔉  
☆dilcik 🔉  

γλωσσίδιο (το) 🔉  
μικρή γλώσσα (η) 🔉  
☆dilcilik 🔉  

γλωσσολογία (η) 🔉  
γλωσσικισμός (ο) 🔉  
☆dildaş 🔉  

ομόγλωσσος (ο) 🔉  
☆dildaşlık 🔉  

ομογλωσσία (η) 🔉  
☆dilden dile 🔉  

από στόμα σε στόμα 🔉  
από γλώσσα σε γλώσσα 🔉  
☆dile kolay 🔉  

δεν είναι εύκολο να το πεις 🔉  
☆dilebilme 🔉  

δυνατότητα να ζητήσει (η) 🔉  
δυνατότητα να ευχηθεί (η) 🔉  
☆dilebilmek 🔉  

δύναμαι να ζητήσω 🔉  
δύναμαι να ευχηθώ 🔉  
☆dilek 🔉  

ευχή (η) 🔉  
επιθυμία (η) 🔉  
αίτημα (το) 🔉  
☆dilek kipi 🔉  

ευκτική (η) 🔉  
☆dilekçe 🔉  

αίτηση (η) 🔉  
αναφορά (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱