Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆doğru 🔉  

σωστός 🔉  
σωστή 🔉  
σωστό 🔉  
ευθύς 🔉  
ευθεία (η) 🔉  
☆doğru açı 🔉  

ορθή γωνία (η) 🔉  
☆doğru akım 🔉  

συνεχές ρεύμα (το) 🔉  
☆doğru dürüst 🔉  

σωστός 🔉  
σωστή 🔉  
σωστό 🔉  
όπως πρέπει 🔉  
☆doğru orantı 🔉  

άμεση αναλογία (η) 🔉  
☆doğru orantılı 🔉  

ευθέως ανάλογος 🔉  
ευθέως ανάλογη 🔉  
ευθέως ανάλογο 🔉  
☆doğru parçası 🔉  

ευθύγραμμο τμήμα (το) 🔉  
☆doğru yol 🔉  

ορθός δρόμος (ο) 🔉  
☆doğruca 🔉  

κατευθείαν 🔉  
ευθέως 🔉  
☆doğrucu 🔉  

ειλικρινής 🔉  
ευθύς 🔉  
☆doğrucu Davut 🔉  

ο «ειλικρινής Νταβούτ» (ο) 🔉  
☆doğruculuk 🔉  

ειλικρίνεια (η) 🔉  
ευθυκρισία (η) 🔉  
☆doğrudan 🔉  

άμεσα 🔉  
☆doğrudan doğruya 🔉  

άμεσα 🔉  
απευθείας 🔉  
☆doğrulabilme 🔉  

δυνατότητα να επαληθευθεί (η) 🔉  
☆doğrulabilmek 🔉  

μπορώ να επαληθευθώ 🔉  
☆doğrulama 🔉  

επαλήθευση (η) 🔉  
☆doğrulamak 🔉  

επαληθεύω 🔉  
☆doğrulanma 🔉  

επαλήθευση (η) 🔉  
☆doğrulanmak 🔉  

επαληθεύομαι 🔉  
☆doğrulatabilme 🔉  

δυνατότητα να επαληθεύσει (η) 🔉  
☆doğrulatabilmek 🔉  

μπορώ να επαληθεύσω (μέσω άλλου) 🔉  
☆doğrulatma 🔉  

επαλήθευση (η) 🔉  
☆doğrulatmak 🔉  

βάζω να επαληθεύσουν 🔉  
☆doğrulayabilme 🔉  

δυνατότητα να επαληθεύσει (η) 🔉  
☆doğrulayabilmek 🔉  

μπορώ να επαληθεύσω 🔉  
☆doğrulayış 🔉  

επαλήθευση (η) 🔉  
☆doğrulma 🔉  

ανόρθωση (η) 🔉  
☆doğrulmak 🔉  

ορθώνομαι 🔉  
σηκώνομαι 🔉  
☆doğrultabilme 🔉  

δυνατότητα να ευθυγραμμίσει (η) 🔉  
☆doğrultabilmek 🔉  

μπορώ να ευθυγραμμίσω 🔉  
☆doğrultma 🔉  

ευθυγράμμιση (η) 🔉  
☆doğrultmaç 🔉  

ευθυγραμμιστής (ο) 🔉  
☆doğrultmak 🔉  

ευθυγραμμίζω 🔉  
☆doğrultman 🔉  

ευθυγραμμιστής (ο) 🔉  
☆doğrultu 🔉  

κατεύθυνση (η) 🔉  
☆doğrultuş 🔉  

ευθυγράμμιση (η) 🔉  
☆doğrulu 🔉  

σωστός 🔉  
σωστή 🔉  
σωστό 🔉  
☆doğruluk 🔉  

ορθότητα (η) 🔉  
αλήθεια (η) 🔉  
☆doğrulum 🔉  

ανόρθωση (η) 🔉  
☆doğruluş 🔉  

ανόρθωση (η) 🔉  
☆doğruluverme 🔉  

αιφνίδια ανόρθωση (η) 🔉  
☆doğruluvermek 🔉  

ορθώνομαι αμέσως 🔉  
☆doğrusal 🔉  

γραμμικός 🔉  
γραμμική 🔉  
γραμμικό 🔉  
☆doğrusal denklem 🔉  

γραμμική εξίσωση (η) 🔉  
☆doğrusu 🔉  

η αλήθεια (η) 🔉  
σωστά 🔉  
☆doğrusuz 🔉  

λανθασμένος 🔉  
λανθασμένη 🔉  
λανθασμένο 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱