Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
duş 🔉  

ντους (το) 🔉  
düş 🔉  

όνειρο (το) 🔉  
ενύπνιο (το) 🔉  
düş gücü 🔉  

φαντασία (η) 🔉  
δύναμη φαντασίας (η) 🔉  
duş kabini 🔉  

καμπίνα ντους (η) 🔉  
düş kırıklığı 🔉  

απογοήτευση (η) 🔉  
duş teknesi 🔉  

ντουζιέρα (η) 🔉  
duşak 🔉  

θόλος (ο) 🔉  
καμάρα (η) 🔉  
duşaklama 🔉  

θόλωση (η) 🔉  
καμάρωμα (το) 🔉  
duşaklamak 🔉  

θολώνω 🔉  
καμαρώνω 🔉  
düşçü 🔉  

ονειροπόλος (ο) 🔉  
οραματιστής (ο) 🔉  
düşçülük 🔉  

ονειροπόληση (η) 🔉  
οραματισμός (ο) 🔉  
düse 🔉  

ντουζέ (το) 🔉  
düşe kalka 🔉  

πέφτοντας και σηκώνοντας 🔉  
με δυσκολίες 🔉  
düşebilme 🔉  

δυνατότητα πτώσης (η) 🔉  
düşebilmek 🔉  

μπορώ να πέσω 🔉  
düşes 🔉  

δούκισσα (η) 🔉  
düşeş 🔉  

διπλό εξάρι (το) 🔉  
düşeslik 🔉  

δουκικό αξίωμα (το) 🔉  
düşey 🔉  

κατακόρυφος 🔉  
düşey çember 🔉  

κατακόρυφος κύκλος (ο) 🔉  
düşey düzlem 🔉  

κατακόρυφο επίπεδο (το) 🔉  
düşeyazma 🔉  

παραλίγο πτώση (η) 🔉  
düşeyazmak 🔉  

παραλίγο να πέσω 🔉  
düşeylik 🔉  

κατακορυφότητα (η) 🔉  
düşkü 🔉  

έκπτωτος (ο) 🔉  
παρίας (ο) 🔉  
düşkün 🔉  

έκπτωτος 🔉  
εξαθλιωμένος 🔉  
εθισμένος 🔉  
düşkünler yurdu 🔉  

άσυλο απόρων (το) 🔉  
düşkünlerevi 🔉  

γηροκομείο (το) 🔉  
άσυλο απόρων (το) 🔉  
düşkünleşme 🔉  

εξαθλίωση (η) 🔉  
εκπεσμός (ο) 🔉  
düşkünleşmek 🔉  

εξαθλιώνομαι 🔉  
εκπίπτω 🔉  
düşkünlük 🔉  

εξαθλίωση (η) 🔉  
εθισμός (ο) 🔉  
düşlem 🔉  

φαντασίωση (η) 🔉  
ονειροπόληση (η) 🔉  
düşleme 🔉  

φαντασίωση (η) 🔉  
ονειροπόληση (η) 🔉  
düşlemek 🔉  

φαντάζομαι 🔉  
ονειροπολώ 🔉  
düşlemli 🔉  

φαντασιόπληκτος 🔉  
ονειροπόλος 🔉  
düşlemlilik 🔉  

φαντασιακότητα (η) 🔉  
düşlemsel 🔉  

φαντασιακός 🔉  
φανταστικός 🔉  
düşlemsellik 🔉  

φαντασιακότητα (η) 🔉  
φανταστικότητα (η) 🔉  
düşlemsiz 🔉  

άνευ φαντασίας 🔉  
αφάνταστος 🔉  
düşlemsizlik 🔉  

έλλειψη φαντασίας (η) 🔉  
αφαντασία (η) 🔉  
düşleyebilme 🔉  

δυνατότητα φαντασίωσης (η) 🔉  
düşleyebilmek 🔉  

μπορώ να φαντάζομαι 🔉  
δύναμαι να ονειροπολώ 🔉  
düşleyiş 🔉  

φαντάσιωση (η) 🔉  
ονειροπόληση (η) 🔉  
duşlu 🔉  

με ντους 🔉  
düşman 🔉  

εχθρός (ο) 🔉  
αντίπαλος (ο) 🔉  
düşman ağzı 🔉  

στόμα εχθρού (το) 🔉  
düşmanca 🔉  

εχθρικά 🔉  
εχθροπρεπώς 🔉  
düşmancasına 🔉  

εχθρικά 🔉  
εχθροπρεπώς 🔉  
düşmanlaşma 🔉  

εχθροποίηση (η) 🔉  
μετατροπή σε εχθρό (η) 🔉  
düşmanlaşmak 🔉  

εχθρεύομαι 🔉  
γίνομαι εχθρός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱