Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
durak
🔉
στάση (η)
🔉
σταθμός (ο)
🔉
durakalma
🔉
σταμάτημα (το)
🔉
παύση (η)
🔉
durakalmak
🔉
σταματώ
🔉
παύω
🔉
duraklama
🔉
δισταγμός (ο)
🔉
παύση (η)
🔉
στάση (η)
🔉
duraklamak
🔉
διστάζω
🔉
σταματώ
🔉
παύω
🔉
duraklatış
🔉
επιβράδυνση (η)
🔉
παύση (η)
🔉
duraklatma
🔉
επιβράδυνση (η)
🔉
παύση (η)
🔉
duraklatmak
🔉
επιβραδύνω
🔉
σταματώ
🔉
παύω
🔉
duraklayış
🔉
δισταγμός (ο)
🔉
παύση (η)
🔉
duraklı
🔉
με στάσεις
🔉
διακοπτόμενος
🔉
duraklı dalga
🔉
στάσιμο κύμα (το)
🔉
duraklık
🔉
χώρος στάσης (ο)
🔉
στάση (η)
🔉
duraksama
🔉
δισταγμός (ο)
🔉
duraksamak
🔉
διστάζω
🔉
duraksamalı
🔉
διστακτικός
🔉
duraksamasız
🔉
αδίστακτος
🔉
χωρίς δισταγμό
🔉
duraksatma
🔉
πρόκληση δισταγμού (η)
🔉
duraksatmak
🔉
κάνω να διστάσει
🔉
προκαλώ δισταγμό
🔉
duraksayış
🔉
δισταγμός (ο)
🔉
duraksız
🔉
αδιάκοπος
🔉
χωρίς δισταγμό
🔉
duraksızlık
🔉
αδιακοπία (η)
🔉
έλλειψη δισταγμού (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱