Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
duru
🔉
καθαρός
🔉
διαυγής
🔉
dürü
🔉
δίπλωμα (το)
🔉
duruk
🔉
άτονος
🔉
νωθρός
🔉
durukluk
🔉
ατονία (η)
🔉
νωθρότητα (η)
🔉
duruksun
🔉
άτονος
🔉
νωθρός
🔉
durulama
🔉
ξέβγαλμα (το)
🔉
έκπλυση (η)
🔉
durulamak
🔉
ξεβγάζω
🔉
εκπλένω
🔉
durulanma
🔉
ξέβγαλμα (το)
🔉
έκπλυση (η)
🔉
durulanmak
🔉
ξεβγάζομαι
🔉
εκπλένομαι
🔉
durulaşma
🔉
διαύγαση (η)
🔉
καθάρισμα (το)
🔉
durulaşmak
🔉
διαυγάζω
🔉
καθαρίζω
🔉
durulaştırma
🔉
διαύγαση (η)
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
durulaştırmak
🔉
διαυγάζω
🔉
καθαρίζω
🔉
durulma
🔉
διαύγαση (η)
🔉
καθάρισμα (το)
🔉
durulmak
🔉
διαυγάζω
🔉
καθαρίζω
🔉
dürülme
🔉
δίπλωμα (το)
🔉
dürülmek
🔉
διπλώνομαι
🔉
τυλίγομαι
🔉
durultma
🔉
διαύγαση (η)
🔉
καθαρισμός (ο)
🔉
durultmak
🔉
διαυγάζω
🔉
καθαρίζω
🔉
dürülü
🔉
διπλωμένος
🔉
τυλιγμένος
🔉
duruluk
🔉
διαύγεια (η)
🔉
καθαρότητα (η)
🔉
dürülüş
🔉
δίπλωμα (το)
🔉
τρόπος διπλώματος (ο)
🔉
duruluverme
🔉
ξαφνική διαύγαση (η)
🔉
duruluvermek
🔉
διαυγάζω ξαφνικά
🔉
καθαρίζω ξαφνικά
🔉
durum
🔉
κατάσταση (η)
🔉
περίσταση (η)
🔉
θέση (η)
🔉
dürüm
🔉
ντουρούμ (το)
🔉
τυλιχτό (το)
🔉
dürüm dürüm
🔉
τυλιγμένος σφιχτά
🔉
κουλουριασμένος
🔉
durum eki
🔉
πτωτική κατάληξη (η)
🔉
dürüm ekmeği
🔉
πίτα για ντουρούμ (η)
🔉
durum ortacı
🔉
μετοχή κατάστασης (η)
🔉
durum ulacı
🔉
επιρρηματική μετοχή (η)
🔉
dürümcü
🔉
ντουρουμτζής (ο)
🔉
dürümcülük
🔉
ντουρουμτζίδικο (το)
🔉
dürümleme
🔉
τύλιγμα (το)
🔉
dürümlemek
🔉
τυλίγω
🔉
durup dinlenmeden
🔉
χωρίς να σταματήσω να ξεκουραστώ
🔉
durup durup
🔉
κατά διαστήματα
🔉
πότε πότε
🔉
durup dururken
🔉
έτσι ξαφνικά
🔉
χωρίς λόγο
🔉
duruş
🔉
στάση (η)
🔉
στάση σώματος (η)
🔉
παύση (η)
🔉
duruşma
🔉
δίκη (η)
🔉
συνεδρίαση (η)
🔉
dürüst
🔉
έντιμος
🔉
ειλικρινής
🔉
dürüşt
🔉
ορμητικός
🔉
επιθετικός
🔉
dürüst oyun
🔉
τίμιο παιχνίδι (το)
🔉
fair play (το)
🔉
dürüstlük
🔉
εντιμότητα (η)
🔉
ειλικρίνεια (η)
🔉
duruverme
🔉
ξαφνικό σταμάτημα (το)
🔉
duruvermek
🔉
σταματώ ξαφνικά
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱