Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
duy
🔉
ρελέ (το)
🔉
☆
duy priz
🔉
ντουί (το)
🔉
☆
duyabilme
🔉
δυνατότητα ακοής (η)
🔉
☆
duyabilmek
🔉
μπορώ να ακούω
🔉
δύναμαι να ακούω
🔉
☆
duyar
🔉
αισθητήρας (ο)
🔉
☆
duyar kat
🔉
αισθητηριακό στρώμα (το)
🔉
☆
duyarga
🔉
αισθητήρας (ο)
🔉
☆
duyargalı
🔉
με αισθητήρα
🔉
☆
duyargalılar
🔉
οι αισθητηριακοί (οι)
🔉
☆
duyarlı
🔉
ευαίσθητος
🔉
δεκτικός
🔉
☆
duyarlık
🔉
ευαισθησία (η)
🔉
δεκτικότητα (η)
🔉
☆
duyarlıklı
🔉
ευαίσθητος
🔉
με ευαισθησία
🔉
☆
duyarlılaşma
🔉
ευαισθητοποίηση (η)
🔉
☆
duyarlılaşmak
🔉
ευαισθητοποιούμαι
🔉
☆
duyarlılık
🔉
ευαισθησία (η)
🔉
☆
duyarsız
🔉
αναίσθητος
🔉
αδιάφορος
🔉
☆
duyarsızca
🔉
αναίσθητα
🔉
αδιάφορα
🔉
☆
duyarsızlaşma
🔉
αναισθητοποίηση (η)
🔉
αποευαισθητοποίηση (η)
🔉
☆
duyarsızlaşmak
🔉
αναισθητοποιούμαι
🔉
αποευαισθητοποιούμαι
🔉
☆
duyarsızlaştırma
🔉
αναισθητοποίηση (η)
🔉
αποευαισθητοποίηση (η)
🔉
☆
duyarsızlaştırmak
🔉
αναισθητοποιώ
🔉
αποευαισθητοποιώ
🔉
☆
duyarsızlık
🔉
αναλγησία (η)
🔉
αδιαφορία (η)
🔉
☆
düyek
🔉
ντουγιέκ (ο)
🔉
☆
duygan
🔉
συναισθηματικός
🔉
☆
duygu
🔉
συναίσθημα (το)
🔉
☆
duygu sömürüsü
🔉
εκμετάλλευση συναισθήματος (η)
🔉
συναισθηματικός εκβιασμός (ο)
🔉
☆
duyguca
🔉
συναισθηματικά
🔉
☆
duygudaş
🔉
ομοιοπαθής
🔉
συμμέτοχος στο συναίσθημα
🔉
☆
duygudaşlık
🔉
συναισθηματική ταύτιση (η)
🔉
συμπάθεια (η)
🔉
☆
duygulandırma
🔉
συγκίνηση (η)
🔉
συναισθηματοποίηση (η)
🔉
☆
duygulandırmak
🔉
συγκινώ
🔉
συναισθηματοποιώ
🔉
☆
duygulanım
🔉
συγκίνηση (η)
🔉
συναισθηματική αντίδραση (η)
🔉
☆
duygulanış
🔉
τρόπος συγκίνησης (ο)
🔉
☆
duygulanıverme
🔉
αιφνίδια συγκίνηση (η)
🔉
☆
duygulanıvermek
🔉
συγκινούμαι ξαφνικά
🔉
☆
duygulanma
🔉
συγκίνηση (η)
🔉
☆
duygulanmak
🔉
συγκινούμαι
🔉
☆
duygulu
🔉
συγκινητικός
🔉
συναισθηματικός
🔉
☆
duygululuk
🔉
συναισθηματικότητα (η)
🔉
☆
duygun
🔉
έντονος
🔉
φορτισμένος
🔉
☆
duygunluk
🔉
ένταση (η)
🔉
φόρτιση (η)
🔉
☆
duygusal
🔉
συναισθηματικός
🔉
☆
duygusal düşünme
🔉
συναισθηματική σκέψη (η)
🔉
☆
duygusallık
🔉
συναισθηματικότητα (η)
🔉
☆
duygusuz
🔉
ασυγκίνητος
🔉
άκαρδος
🔉
☆
duygusuzluk
🔉
ασυγκινησία (η)
🔉
αναλγησία (η)
🔉
☆
duyma
🔉
ακοή (η)
🔉
άκουσμα (το)
🔉
☆
duymak
🔉
ακούω
🔉
αντιλαμβάνομαι
🔉
☆
duymazlık
🔉
κώφωση (η)
🔉
αδιαφορία (η)
🔉
☆
duysal
🔉
αισθητηριακός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱