Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ek
🔉
πρόσθετο (το)
🔉
παράρτημα (το)
🔉
επίθημα (το)
🔉
ek bileziği
🔉
πρόσθετο βραχιόλι (το)
🔉
ek bütçe
🔉
συμπληρωματικός προϋπολογισμός (ο)
🔉
ek ders
🔉
πρόσθετο μάθημα (το)
🔉
υπερωριακή διδασκαλία (η)
🔉
ek eylem
🔉
συνδετικό ρήμα (το)
🔉
ek fiil
🔉
βοηθητικό ρήμα (το)
🔉
συνδετικό ρήμα (το)
🔉
ek görev
🔉
πρόσθετο καθήκον (το)
🔉
ek gün
🔉
επιπλέον ημέρα (η)
🔉
ek kart
🔉
πρόσθετη κάρτα (η)
🔉
ek kök
🔉
προσθετική ρίζα (η)
🔉
ek ödenek
🔉
συμπληρωματική πίστωση (η)
🔉
ek oylum
🔉
πρόσθετος όγκος (ο)
🔉
ek poliçe
🔉
πρόσθετο ασφαλιστήριο (το)
🔉
ek süre
🔉
παράταση (η)
🔉
πρόσθετος χρόνος (ο)
🔉
ek tahsisat
🔉
συμπληρωματική πίστωση (η)
🔉
ekâbir
🔉
προύχοντες (οι)
🔉
μεγιστάνες (οι)
🔉
ekalliyet
🔉
μειονότητα (η)
🔉
ekarte
🔉
αποκλεισμός (ο)
🔉
eke
🔉
σπέρνω
🔉
ekebilme
🔉
δυνατότητα σποράς (η)
🔉
ekebilmek
🔉
μπορώ να σπείρω
🔉
ekecek
🔉
σπόρος (ο)
🔉
ekelik
🔉
σπορά (η)
🔉
ekenek
🔉
σπόρος (ο)
🔉
ekici
🔉
σπορέας (ο)
🔉
ekicilik
🔉
σπορά (η)
🔉
ekili
🔉
σπαρμένος
🔉
ekiliş
🔉
σπορά (η)
🔉
ekilme
🔉
σπορά (η)
🔉
ekilmek
🔉
σπέρνομαι
🔉
ekim
🔉
σπορά (η)
🔉
Οκτώβριος (ο)
🔉
ekin
🔉
σπαρτά (τα)
🔉
σοδειά (η)
🔉
ekin biti
🔉
ψείρα των σιτηρών (η)
🔉
ekin iti
🔉
αγριοσκύλο (ο)
🔉
ekin kargası
🔉
καρακάξα των σπαρτών (η)
🔉
ekinci
🔉
γεωργός (ο)
🔉
σπορέας (ο)
🔉
ekincilik
🔉
γεωργία (η)
🔉
σπορά (η)
🔉
ekinli
🔉
με σπαρτά
🔉
εύφορος
🔉
ekinlik
🔉
χωράφι με σπαρτά (το)
🔉
ekinokok
🔉
εχινόκοκκος (ο)
🔉
ekinoks
🔉
ισημερία (η)
🔉
Ekinözü
🔉
Εκινόζου (το)
🔉
ekinsiz
🔉
χωρίς σπαρτά
🔉
άγονος
🔉
ekinti
🔉
προσθήκη (η)
🔉
συμπλήρωμα (το)
🔉
ekip
🔉
ομάδα (η)
🔉
συνεργείο (το)
🔉
ekipman
🔉
εξοπλισμός (ο)
🔉
ekipman yatırımı
🔉
επένδυση σε εξοπλισμό (η)
🔉
ekit
🔉
πρόσθετο (το)
🔉
eklektik
🔉
εκλεκτικός
🔉
eklektiklik
🔉
εκλεκτικότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱