Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
ekşi
🔉
ξινός
🔉
όξινος
🔉
eksi
🔉
μείον
🔉
αρνητικός
🔉
ekşi elma
🔉
ξινόμηλο (το)
🔉
ekşi kiraz
🔉
βύσσινο (το)
🔉
ekşi maya
🔉
προζύμι (το)
🔉
eksi sayı
🔉
αρνητικός αριθμός (ο)
🔉
ekşi surat
🔉
ξινόμουτρο (το)
🔉
eksi uç
🔉
αρνητικός πόλος (ο)
🔉
ekşi yonca
🔉
οξαλίδα (η)
🔉
ekşi yoncagiller
🔉
οξαλιδίδες (οι)
🔉
ekşi yüz
🔉
ξινόμουτρο (το)
🔉
eksibe
🔉
ξινίλα (η)
🔉
eksibisyonizm
🔉
επιδειξιομανία (η)
🔉
eksik
🔉
ελλιπής
🔉
λειψός
🔉
ανεπαρκής
🔉
eksik artık
🔉
ελλιπής και πλεονάζων
🔉
eksik etek
🔉
κοντή φούστα (η)
🔉
eksik gedik
🔉
ελλείψεις (οι)
🔉
κενά (τα)
🔉
eksiklenme
🔉
έλλειψη (η)
🔉
eksiklenmek
🔉
ελλείπω
🔉
μειονεκτώ
🔉
eksikli
🔉
ελλιπής
🔉
eksiklik
🔉
έλλειψη (η)
🔉
ανεπάρκεια (η)
🔉
eksiksiz
🔉
πλήρης
🔉
άρτιος
🔉
eksiksizce
🔉
πλήρως
🔉
άρτια
🔉
eksiksizlik
🔉
πληρότητα (η)
🔉
ekşikulak
🔉
οξαλίδα (η)
🔉
eksilen
🔉
μειούμενος
🔉
ελαττούμενος
🔉
ekşili
🔉
ξινός
🔉
με ξινή γεύση
🔉
ekşili çorba
🔉
ξινή σούπα (η)
🔉
ekşilik
🔉
ξινίλα (η)
🔉
οξύτητα (η)
🔉
eksiliş
🔉
μείωση (η)
🔉
ελάττωση (η)
🔉
eksilme
🔉
μείωση (η)
🔉
ελάττωση (η)
🔉
eksilmek
🔉
μειώνομαι
🔉
ελαττώνομαι
🔉
eksiltebilme
🔉
δυνατότητα μείωσης (η)
🔉
eksiltebilmek
🔉
μπορώ να μειώσω
🔉
eksilti
🔉
μείωση (η)
🔉
ελάττωση (η)
🔉
eksiltili
🔉
μειωμένος
🔉
eksiltilme
🔉
μείωση (η)
🔉
eksiltilmek
🔉
μειώνομαι
🔉
eksiltme
🔉
μείωση (η)
🔉
eksiltmek
🔉
μειώνω
🔉
ελαττώνω
🔉
ekşime
🔉
ξίνισμα (το)
🔉
ekşimek
🔉
ξινίζω
🔉
ξινίζομαι
🔉
ekşimik
🔉
ξινισμένος
🔉
ekşimikli
🔉
με ξινίλα
🔉
ekşimiksiz
🔉
χωρίς ξινίλα
🔉
ekşimsi
🔉
ξινούτσικος
🔉
ekşimtırak
🔉
ξινούτσικος
🔉
υπόξινος
🔉
ekşimtıraklık
🔉
υπόξινη γεύση (η)
🔉
eksin
🔉
έλλειψη (η)
🔉
ekşitilme
🔉
ξίνισμα (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱