Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
el
🔉
χέρι (το)
🔉
παλάμη (η)
🔉
ξένος (ο)
🔉
αλλότριος (ο)
🔉
☆
el adamı
🔉
ξένος (ο)
🔉
αλλότριος (ο)
🔉
☆
el âlem
🔉
ο κόσμος (ο)
🔉
οι άλλοι (οι)
🔉
☆
el alışkanlığı
🔉
χειρονακτική συνήθεια (η)
🔉
συνήθεια του χεριού (η)
🔉
☆
el altında
🔉
πρόχειρα
🔉
σε ετοιμότητα
🔉
☆
el altından
🔉
κρυφά
🔉
υπόγεια
🔉
☆
el arabası
🔉
καρότσι (το)
🔉
χειράμαξα (η)
🔉
☆
el ayası
🔉
παλάμη (η)
🔉
☆
el bezi
🔉
πανί (το)
🔉
πετσέτα (η)
🔉
☆
el birliği
🔉
ομοψυχία (η)
🔉
συλλογική συνεργασία (η)
🔉
☆
el bombası
🔉
χειροβομβίδα (η)
🔉
☆
el çabukluğu
🔉
επιδεξιότητα (η)
🔉
ταχυδακτυλουργία (η)
🔉
☆
el çantası
🔉
τσάντα χειρός (η)
🔉
☆
el değirmeni
🔉
χειρόμυλος (ο)
🔉
☆
el duşu
🔉
ντους χειρός (το)
🔉
☆
el ele
🔉
χέρι με χέρι
🔉
χέρι-χέρι
🔉
☆
el emeği
🔉
χειροτεχνία (η)
🔉
χειρωνακτική εργασία (η)
🔉
☆
el erimi
🔉
χειροποίητος
🔉
καμωμένος στο χέρι
🔉
☆
el erki
🔉
χειρωνακτική δύναμη (η)
🔉
εξουσία του χεριού (η)
🔉
☆
el falı
🔉
χειρομαντεία (η)
🔉
☆
el feneri
🔉
φακός χειρός (ο)
🔉
☆
el freni
🔉
χειρόφρενο (το)
🔉
☆
el havlusu
🔉
πετσέτα χεριών (η)
🔉
☆
el ilanı
🔉
φυλλάδιο (το)
🔉
προκήρυξη (η)
🔉
☆
el işçiliği
🔉
χειροτεχνία (η)
🔉
χειρωνακτική εργασία (η)
🔉
☆
el işi
🔉
χειροτεχνία (η)
🔉
χειροποίητο (το)
🔉
☆
el işi kâğıdı
🔉
χειροποίητο χαρτί (το)
🔉
☆
el kantarı
🔉
χειροζυγαριά (η)
🔉
☆
el kapısı
🔉
ξένο σπίτι (το)
🔉
ξένη πόρτα (η)
🔉
☆
el keseri
🔉
σκεπάρνι (το)
🔉
τσεκούρι χειρός (το)
🔉
☆
el kiri
🔉
βρομιά (η)
🔉
ρύπος (ο)
🔉
☆
el kitabı
🔉
εγχειρίδιο (το)
🔉
☆
el kılavuzu
🔉
εγχειρίδιο (το)
🔉
οδηγός (ο)
🔉
☆
el notu
🔉
χειρόγραφο σημείωμα (το)
🔉
☆
el oltası
🔉
χειροπετονιά (η)
🔉
☆
el sabunu
🔉
σαπούνι χεριών (το)
🔉
☆
el şakası
🔉
χειρονομία-αστείο (η)
🔉
φάρσα με τα χέρια (η)
🔉
☆
el sanatları
🔉
χειροτεχνίες (οι)
🔉
λαϊκή χειροτεχνία (η)
🔉
☆
el sözlüğü
🔉
λεξικό τσέπης (το)
🔉
☆
el tası
🔉
χειρολεκάνη (η)
🔉
λεκάνη χεριών (η)
🔉
☆
el telefonu
🔉
κινητό τηλέφωνο (το)
🔉
φορητό τηλέφωνο (το)
🔉
☆
el telsizi
🔉
φορητός ασύρματος (ο)
🔉
☆
el topu
🔉
χειροσφαίριση (η)
🔉
μπάλα χειρός (η)
🔉
☆
el ulağı
🔉
αγγελιοφόρος (ο)
🔉
☆
el ulaklığı
🔉
αγγελιοφορία (η)
🔉
☆
el uzluğu
🔉
επιδεξιότητα χεριών (η)
🔉
χειροτεχνική δεξιότητα (η)
🔉
☆
el yatkınlığı
🔉
επιδεξιότητα (η)
🔉
κλίση στη χειροτεχνία (η)
🔉
☆
el yazısı
🔉
χειρόγραφος χαρακτήρας (ο)
🔉
γραφικός χαρακτήρας (ο)
🔉
☆
el yazması
🔉
χειρόγραφο (το)
🔉
☆
el yordamıyla
🔉
στα τυφλά
🔉
εμπειρικά
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱