Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
emek 🔉  

εργασία (η) 🔉  
κόπος (ο) 🔉  
μόχθος (ο) 🔉  
emekçi 🔉  

εργάτης (ο) 🔉  
εργαζόμενος (ο) 🔉  
emekçi sınıfı 🔉  

εργατική τάξη (η) 🔉  
emekçilik 🔉  

εργατισμός (ο) 🔉  
εργασία με μισθό (η) 🔉  
emekleme 🔉  

μπουσούλημα (το) 🔉  
έρπειν (το) 🔉  
emekleme çağı 🔉  

ηλικία μπουσουλήματος (η) 🔉  
emekleme dönemi 🔉  

περίοδος μπουσουλήματος (η) 🔉  
emeklemek 🔉  

μπουσουλώ 🔉  
έρπω 🔉  
emekli 🔉  

συνταξιούχος 🔉  
emekli aylığı 🔉  

σύνταξη (η) 🔉  
emekli ikramiyesi 🔉  

εφάπαξ (το) 🔉  
emekli maaşı 🔉  

σύνταξη (η) 🔉  
emeklilik 🔉  

συνταξιοδότηση (η) 🔉  
συνταξιοδοτική κατάσταση (η) 🔉  
emeklilik çağı 🔉  

ηλικία συνταξιοδότησης (η) 🔉  
emeksiz 🔉  

άκοπος 🔉  
χωρίς κόπο 🔉  
emeksiz evlat 🔉  

αχάριστο παιδί (το) 🔉  
παιδί χωρίς κόπο (το) 🔉  
emeksizlik 🔉  

έλλειψη κόπου (η) 🔉  
ακοπία (η) 🔉  
emektar 🔉  

παλαίμαχος 🔉  
δοκιμασμένος 🔉  
emektarlık 🔉  

παλαιμαχία (η) 🔉  
μακρά υπηρεσία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱