Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
en
🔉
πιο
🔉
άκρως
🔉
en aşağı
🔉
κατώτατος
🔉
ο πιο κάτω
🔉
en azından
🔉
τουλάχιστον
🔉
enam
🔉
κτηνοτροφικά ζώα (τα)
🔉
κοπάδι (το)
🔉
enaniyet
🔉
εγωισμός (ο)
🔉
αλαζονεία (η)
🔉
enayi
🔉
αφελής (ο)
🔉
κουτός (ο)
🔉
enayi dümbeleği
🔉
αρχιβλάκας (ο)
🔉
υπερβολικά αφελής (ο)
🔉
enayice
🔉
αφελώς
🔉
κουτά
🔉
enayicesine
🔉
αφελώς
🔉
με αφελή τρόπο
🔉
enayileşme
🔉
αποβλάκωση (η)
🔉
αφελοποίηση (η)
🔉
enayileşmek
🔉
αποβλακώνομαι
🔉
γίνομαι αφελής
🔉
enayilik
🔉
αφέλεια (η)
🔉
κουταμάρα (η)
🔉
enberi
🔉
πιο πέρα
🔉
παραπέρα
🔉
enbiya
🔉
προφήτες (οι)
🔉
encam
🔉
κατάληξη (η)
🔉
αποτέλεσμα (το)
🔉
encümen
🔉
επιτροπή (η)
🔉
συμβούλιο (το)
🔉
endam
🔉
παράστημα (το)
🔉
κορμοστασιά (η)
🔉
endam aynası
🔉
καθρέφτης σώματος (ο)
🔉
ολόσωμος καθρέφτης (ο)
🔉
endamlı
🔉
καλοφτιαγμένος
🔉
καλλίκορμος
🔉
endamsız
🔉
κακοφτιαγμένος
🔉
άκομψος
🔉
endaze
🔉
μέτρο (το)
🔉
κανόνας (ο)
🔉
endazeleme
🔉
μέτρηση (η)
🔉
σταθμισμός (ο)
🔉
endazelemek
🔉
μετρώ
🔉
σταθμίζω
🔉
endazeli
🔉
μετρημένος
🔉
σταθμισμένος
🔉
endazesiz
🔉
αμέτρητος
🔉
ασύμμετρος
🔉
endeks
🔉
δείκτης (ο)
🔉
endeksleme
🔉
δεικτοδότηση (η)
🔉
ευρετηρίαση (η)
🔉
endekslemek
🔉
δεικτοδοτώ
🔉
ευρετηριάζω
🔉
endekslenme
🔉
δεικτοδότηση (η) (παθητ.)
🔉
endekslenmek
🔉
δεικτοδοτούμαι
🔉
ευρετηριάζομαι
🔉
endeksletme
🔉
ανάθεση δεικτοδότησης (η)
🔉
endeksletmek
🔉
βάζω να δεικτοδοτήσουν
🔉
αναθέτω ευρετηρίαση
🔉
endeksli
🔉
δεικτοδοτημένος
🔉
με δείκτη
🔉
endemik
🔉
ενδημικός
🔉
ender
🔉
σπάνιος
🔉
εκλεκτός
🔉
enderun
🔉
Εντερούν (το)
🔉
enderunlu
🔉
εντερουναίος
🔉
του Εντερούν
🔉
endirekt
🔉
έμμεσος
🔉
endirekt atış
🔉
έμμεσο πυρ (το)
🔉
έμμεση βολή (η)
🔉
endişe
🔉
ανησυχία (η)
🔉
έγνοια (η)
🔉
endişelendirme
🔉
ανησύχηση (η)
🔉
πρόκληση ανησυχίας (η)
🔉
endişelendirmek
🔉
ανησυχώ
🔉
προκαλώ ανησυχία
🔉
endişelenebilme
🔉
δυνατότητα ανησυχίας (η)
🔉
endişelenebilmek
🔉
μπορώ να ανησυχήσω
🔉
δύναμαι να ανησυχήσω
🔉
endişelenme
🔉
ανησυχία (η)
🔉
endişelenmek
🔉
ανησυχώ
🔉
endişeli
🔉
ανήσυχος
🔉
endişelilik
🔉
ανησυχία (η)
🔉
endişesiz
🔉
ανέμελος
🔉
χωρίς ανησυχία
🔉
endişesizlik
🔉
ανεμελιά (η)
🔉
έλλειψη ανησυχίας (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱