Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⭐ ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space ⌫
 
☆erkek 🔉  

άνδρας (ο) 🔉  
αρσενικό (το) 🔉  
☆erkek anahtar 🔉  

αρσενικό κλειδί (το) 🔉  
αρσενικό βύσμα (το) 🔉  
☆erkek bakır 🔉  

αρσενικός χαλκός (ο) 🔉  
☆erkek berberi 🔉  

ανδρικός κουρέας (ο) 🔉  
κουρείο ανδρών (το) 🔉  
☆erkek demir 🔉  

αρσενικός σίδηρος (ο) 🔉  
☆erkek erkeğe 🔉  

από άνδρα σε άνδρα 🔉  
μεταξύ ανδρών 🔉  
☆erkek Fatma 🔉  

αγοροκόριτσο (το) 🔉  
☆erkek fiş 🔉  

αρσενικό φις (το) 🔉  
αρσενικό βύσμα (το) 🔉  
☆erkek işi 🔉  

ανδρική δουλειά (η) 🔉  
ανδρικό έργο (το) 🔉  
☆erkek milleti 🔉  

το ανδρικό φύλο (το) 🔉  
οι άνδρες (οι) 🔉  
☆erkek organ 🔉  

ανδρικό όργανο (το) 🔉  
ανδρικό γεννητικό όργανο (το) 🔉  
☆erkek terzisi 🔉  

ανδρικός ράφτης (ο) 🔉  
ράφτης ανδρικών (ο) 🔉  
☆erkekçe 🔉  

ανδρικά 🔉  
αρρενωπά 🔉  
☆erkekçil 🔉  

ανδροκρατικός 🔉  
ανδροκεντρικός 🔉  
☆erkekevi 🔉  

ανδρικός οίκος (ο) 🔉  
ανδρικό σπίτι (το) 🔉  
☆erkeklenme 🔉  

αρρενοποίηση (η) 🔉  
ανδροποίηση (η) 🔉  
☆erkeklenmek 🔉  

αρρενοποιούμαι 🔉  
ανδροποιούμαι 🔉  
☆erkekler hamamı 🔉  

ανδρικό χαμάμ (το) 🔉  
λουτρό ανδρών (το) 🔉  
☆erkekleşme 🔉  

αρρενοποίηση (η) 🔉  
ανδροποίηση (η) 🔉  
☆erkekleşmek 🔉  

αρρενοποιούμαι 🔉  
ανδροποιούμαι 🔉  
☆erkekleştirme 🔉  

αρρενοποίηση (η) 🔉  
ανδροποίηση (η) 🔉  
☆erkekleştirmek 🔉  

αρρενοποιώ 🔉  
ανδροποιώ 🔉  
☆erkekli 🔉  

με άνδρα 🔉  
ανδρικός 🔉  
☆erkekli kadınlı 🔉  

μικτός (άνδρες και γυναίκες) 🔉  
μεικτός 🔉  
☆erkeklik 🔉  

ανδρισμός (ο) 🔉  
αρρενωπότητα (η) 🔉  
ανδρικότητα (η) 🔉  
☆erkeklik organı 🔉  

ανδρικό γεννητικό όργανο (το) 🔉  
πέος (το) 🔉  
☆erkeksi 🔉  

αρρενωπός 🔉  
ανδροπρεπής 🔉  
☆erkeksilik 🔉  

αρρενωπότητα (η) 🔉  
ανδρικότητα (η) 🔉  
☆erkeksiz 🔉  

χωρίς άνδρα 🔉  
άνευ ανδρών 🔉  
☆erkeksizlik 🔉  

έλλειψη ανδρών (η) 🔉  
απουσία ανδρών (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱