Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
etki
🔉
επίδραση (η)
🔉
αποτέλεσμα (το)
🔉
etkileme
🔉
επηρεασμός (ο)
🔉
επίδραση (η)
🔉
etkilemek
🔉
επηρεάζω
🔉
επιδρώ
🔉
etkilenebilme
🔉
δυνατότητα επηρεασμού (η)
🔉
etkilenebilmek
🔉
μπορώ να επηρεαστώ
🔉
etkileniş
🔉
επηρεασμός (ο)
🔉
etkilenme
🔉
επηρεασμός (ο)
🔉
etkilenmek
🔉
επηρεάζομαι
🔉
etkileşebilme
🔉
δυνατότητα αλληλεπίδρασης (η)
🔉
etkileşebilmek
🔉
μπορώ να αλληλεπιδράσω
🔉
etkileşim
🔉
αλληλεπίδραση (η)
🔉
etkileşimli
🔉
διαδραστικός
🔉
αλληλεπιδραστικός
🔉
etkileşimlilik
🔉
διαδραστικότητα (η)
🔉
αλληλεπιδραστικότητα (η)
🔉
etkileşimsiz
🔉
μη διαδραστικός
🔉
χωρίς αλληλεπίδραση
🔉
etkileşimsizlik
🔉
έλλειψη αλληλεπίδρασης (η)
🔉
etkileşme
🔉
αλληλεπίδραση (η)
🔉
αλληλεπίδρασις (η)
🔉
etkileşmek
🔉
αλληλεπιδρώ
🔉
αλληλεπιδρώμαι
🔉
etkileştirme
🔉
αλληλεπίδραση (η)
🔉
πρόκληση αλληλεπίδρασης (η)
🔉
etkileştirmek
🔉
προκαλώ αλληλεπίδραση
🔉
θέτω σε αλληλεπίδραση
🔉
etkileyebilme
🔉
δυνατότητα επηρεασμού (η)
🔉
etkileyebilmek
🔉
δύναμαι να επηρεάσω
🔉
μπορώ να επηρεάσω
🔉
etkileyici
🔉
εντυπωσιακός
🔉
συγκινητικός
🔉
επιβλητικός
🔉
etkileyicilik
🔉
εντυπωσιακότητα (η)
🔉
συγκινησιακή δύναμη (η)
🔉
etkileyiş
🔉
τρόπος επηρεασμού (ο)
🔉
επίδραση (η)
🔉
etkili
🔉
αποτελεσματικός
🔉
δραστικός
🔉
επιδραστικός
🔉
etkili madde
🔉
δραστική ουσία (η)
🔉
etkililik
🔉
αποτελεσματικότητα (η)
🔉
δραστικότητα (η)
🔉
etkime
🔉
αλληλεπίδραση (η)
🔉
αντίδραση (η)
🔉
etkimek
🔉
αλληλεπιδρώ
🔉
αντιδρώ
🔉
etkin
🔉
ενεργός
🔉
δραστήριος
🔉
αποτελεσματικός
🔉
etkin öğretim
🔉
ενεργητική διδασκαλία (η)
🔉
etkin okul
🔉
ενεργό σχολείο (το)
🔉
etkinci
🔉
ακτιβιστής (ο)
🔉
ενεργητιστής (ο)
🔉
etkincilik
🔉
ακτιβισμός (ο)
🔉
ενεργητισμός (ο)
🔉
etkinleşebilme
🔉
δυνατότητα ενεργοποίησης (η)
🔉
δυνατότητα ενεργοποιήσεως (η)
🔉
etkinleşebilmek
🔉
δύναμαι να ενεργοποιηθώ
🔉
μπορώ να καταστώ ενεργός
🔉
etkinleşme
🔉
ενεργοποίηση (η)
🔉
ενεργοποίησις (η)
🔉
etkinleşmek
🔉
ενεργοποιούμαι
🔉
καθίσταμαι ενεργός
🔉
etkinleştirici
🔉
ενεργοποιητικός
🔉
ενεργοποιητής (ο)
🔉
etkinleştirme
🔉
ενεργοποίηση (η)
🔉
ενεργοποιητική διαδικασία (η)
🔉
etkinleştirmek
🔉
ενεργοποιώ
🔉
καθιστώ ενεργό
🔉
etkinlik
🔉
δραστηριότητα (η)
🔉
εκδήλωση (η)
🔉
αποτελεσματικότητα (η)
🔉
etkinlik merkezi
🔉
κέντρο δραστηριοτήτων (το)
🔉
etkisiz
🔉
αναποτελεσματικός
🔉
άπρακτος
🔉
μη δραστικός
🔉
etkisizce
🔉
αναποτελεσματικά
🔉
άπρακτα
🔉
etkisizleşme
🔉
αδρανοποίηση (η)
🔉
εξασθένηση (η)
🔉
etkisizleşmek
🔉
αδρανοποιούμαι
🔉
καθίσταμαι αναποτελεσματικός
🔉
etkisizleştirebilme
🔉
δυνατότητα αδρανοποίησης (η)
🔉
etkisizleştirebilmek
🔉
δύναμαι να αδρανοποιήσω
🔉
μπορώ να καταστήσω αναποτελεσματικό
🔉
etkisizleştirme
🔉
αδρανοποίηση (η)
🔉
εξουδετέρωση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱