Yunanca - Türkçe Sözlük

140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe 🇹🇷 Türkçe → Yunanca
🔍 ⌨️
α β γ δ ε ζ η θ ι κ
λ μ ν ξ ο π ρ σ τ υ
φ χ ψ ω ς
space
 
ev 🔉  

σπίτι (το) 🔉  
οικία (η) 🔉  
ev adamı 🔉  

οικογενειάρχης (ο) 🔉  
άνθρωπος του σπιτιού (ο) 🔉  
ev altı 🔉  

κάτω από το σπίτι (το) 🔉  
υπόγειος χώρος (ο) 🔉  
ev bark 🔉  

σπιτικό (το) 🔉  
οικία και νοικοκυριό (το) 🔉  
ev ekmeği 🔉  

σπιτικό ψωμί (το) 🔉  
ev ekonomisi 🔉  

οικιακή οικονομία (η) 🔉  
ev eşyası 🔉  

οικιακά είδη (τα) 🔉  
έπιπλα (τα) 🔉  
ev gezmesi 🔉  

επίσκεψη σε σπίτια (η) 🔉  
γύρα σε σπίτια (η) 🔉  
ev halkı 🔉  

νοικοκυριό (το) 🔉  
μέλη της οικογένειας (τα) 🔉  
ev hanımı 🔉  

νοικοκυρά (η) 🔉  
ev hanımlığı 🔉  

νοικοκυροσύνη (η) 🔉  
ev işi 🔉  

οικιακή εργασία (η) 🔉  
δουλειές του σπιτιού (οι) 🔉  
ev kadını 🔉  

νοικοκυρά (η) 🔉  
ev kadınlığı 🔉  

νοικοκυροσύνη (η) 🔉  
ev sahibi 🔉  

ιδιοκτήτης σπιτιού (ο) 🔉  
οικοδεσπότης (ο) 🔉  
ev sahipliği 🔉  

ιδιοκτησία κατοικίας (η) 🔉  
οικοδεσποτεία (η) 🔉  
ev sineği 🔉  

οικιακή μύγα (η) 🔉  
ev yemeği 🔉  

σπιτικό φαγητό (το) 🔉  
evaze 🔉  

άβαζε (το) 🔉  
evç 🔉  

οικιακός χώρος (ο) 🔉  
evcara 🔉  

σπιτόγατος (ο) 🔉  
οικιακός τύπος (ο) 🔉  
evce 🔉  

οικιακώς 🔉  
κατά το σπίτι 🔉  
evcek 🔉  

μικρό σπίτι (το) 🔉  
evci 🔉  

οικιακός 🔉  
σπιτικός 🔉  
evcik 🔉  

σπιτάκι (το) 🔉  
evcikkıran 🔉  

καταστροφέας σπιτιών (ο) 🔉  
evcil 🔉  

οικόσιτος 🔉  
εξημερωμένος 🔉  
evcil hayvan 🔉  

οικόσιτο ζώο (το) 🔉  
Evciler 🔉  

Εβτζιλέρ (τοπωνύμιο) (τα) 🔉  
evcilik 🔉  

παιχνίδι «σπιτάκι» (το) 🔉  
οικιακότητα (η) 🔉  
evcilleşme 🔉  

εξημέρωση (η) 🔉  
evcilleşmek 🔉  

εξημερώνομαι 🔉  
evcilleştirebilme 🔉  

δυνατότητα εξημέρωσης (η) 🔉  
evcilleştirebilmek 🔉  

δύναμαι να εξημερώσω 🔉  
μπορώ να εξημερώσω 🔉  
evcilleştirilme 🔉  

εξημέρωση (η) 🔉  
evcilleştirilmek 🔉  

εξημερώνομαι 🔉  
evcilleştirme 🔉  

εξημέρωση (η) 🔉  
evcilleştirmek 🔉  

εξημερώνω 🔉  
evcillik 🔉  

οικόσιτη κατάσταση (η) 🔉  
εξημερωμένη φύση (η) 🔉  
evcimen 🔉  

σπιτόγατος 🔉  
οικιακός 🔉  
evcimenlik 🔉  

οικιακότητα (η) 🔉  
evdeci 🔉  

οικιακός 🔉  
του σπιτιού 🔉  
evdemonist 🔉  

ευδαιμονιστής (ο) 🔉  
evdemonizm 🔉  

ευδαιμονισμός (ο) 🔉  
evdeş 🔉  

ομόσπιτος (ο) 🔉  
συγκάτοικος (ο) 🔉  
evdeşlik 🔉  

συγκατοίκηση (η) 🔉  
evelallah 🔉  

πρώτα ο Θεός 🔉  
με τη βοήθεια του Θεού 🔉  
eveleme develeme 🔉  

υπεκφυγή (η) 🔉  
χρονοτριβή (η) 🔉  
eveleme geveleme 🔉  

υπεκφυγή (η) 🔉  
χρονοτριβή (η) 🔉  
evelemek develemek 🔉  

υπεκφεύγω 🔉  
χρονοτριβώ 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱