Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
far
🔉
φανάρι (το)
🔉
προβολέας (ο)
🔉
☆
farad
🔉
φαράντ (το)
🔉
☆
faraş
🔉
φαράσι (το)
🔉
☆
faraza
🔉
υποθετικά
🔉
ας πούμε
🔉
☆
farazi
🔉
υποθετικός
🔉
☆
faraziye
🔉
υπόθεση (η)
🔉
υποθετική πρόταση (η)
🔉
☆
farba
🔉
φάρμπα (η)
🔉
☆
farbala
🔉
φαρμπαλάς (ο)
🔉
☆
farbalı
🔉
με φαρμπαλάδες
🔉
☆
farbasız
🔉
χωρίς φαρμπαλάδες
🔉
☆
fare
🔉
ποντίκι (το)
🔉
αρουραίος (ο)
🔉
☆
fare deliği
🔉
τρύπα ποντικιού (η)
🔉
☆
fare otu
🔉
ποντικοβότανο (το)
🔉
☆
faredişi
🔉
δόντι ποντικιού (το)
🔉
☆
farekulağı
🔉
ποντικοαυτί (το)
🔉
☆
farekuyruğu
🔉
ποντικοουρά (η)
🔉
☆
farenjit
🔉
φαρυγγίτιδα (η)
🔉
☆
farfara
🔉
φλυαρία (η)
🔉
☆
farfaracı
🔉
φλύαρος (ο)
🔉
☆
farfaracılık
🔉
φλυαρία (η)
🔉
☆
farfaralık
🔉
φλυαρία (η)
🔉
☆
fariğ
🔉
απαλλαγμένος
🔉
ελεύθερος
🔉
☆
farika
🔉
διακριτικό γνώρισμα (το)
🔉
σήμα (το)
🔉
☆
faril
🔉
φαρίλ (το)
🔉
☆
Farisi
🔉
περσικός
🔉
☆
fariza
🔉
θρησκευτικό καθήκον (το)
🔉
υποχρέωση (η)
🔉
☆
farıma
🔉
ωρίμανση (η)
🔉
☆
farımak
🔉
ωριμάζω
🔉
☆
fark
🔉
διαφορά (η)
🔉
διάκριση (η)
🔉
☆
farkındalık
🔉
επίγνωση (η)
🔉
συνειδητοποίηση (η)
🔉
☆
farklı
🔉
διαφορετικός
🔉
διακριτός
🔉
☆
farklıca
🔉
κάπως διαφορετικός
🔉
☆
farklılaşma
🔉
διαφοροποίηση (η)
🔉
☆
farklılaşmak
🔉
διαφοροποιούμαι
🔉
☆
farklılaştırma
🔉
διαφοροποίηση (η)
🔉
☆
farklılaştırmak
🔉
διαφοροποιώ
🔉
☆
farklılık
🔉
διαφορά (η)
🔉
διαφορετικότητα (η)
🔉
☆
farksız
🔉
αδιάφορος
🔉
χωρίς διαφορά
🔉
ίδιος
🔉
☆
farksızca
🔉
αδιάφορα
🔉
☆
farksızlaşma
🔉
εξομοίωση (η)
🔉
εξάλειψη διαφορών (η)
🔉
☆
farksızlaşmak
🔉
εξομοιώνομαι
🔉
γίνομαι ίδιος
🔉
☆
farksızlık
🔉
αδιαφορία (η)
🔉
έλλειψη διαφοράς (η)
🔉
☆
farmakodinami
🔉
φαρμακοδυναμική (η)
🔉
☆
farmakodinamik
🔉
φαρμακοδυναμικός
🔉
☆
farmakognozi
🔉
φαρμακογνωσία (η)
🔉
☆
farmakolog
🔉
φαρμακολόγος (ο)
🔉
☆
farmakoloji
🔉
φαρμακολογία (η)
🔉
☆
farmakolojik
🔉
φαρμακολογικός
🔉
☆
farmakope
🔉
φαρμακοποιία (η)
🔉
☆
farmason
🔉
τεκτόνας (ο)
🔉
μασόνος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱