Yunanca - Türkçe Sözlük
140.000+ kelimelik sözlükte arayın
🇬🇷 Yunanca → Türkçe
🇹🇷 Türkçe → Yunanca
✕
🔍
⭐
⌨️
α
β
γ
δ
ε
ζ
η
θ
ι
κ
λ
μ
ν
ξ
ο
π
ρ
σ
τ
υ
φ
χ
ψ
ω
ς
space
⌫
☆
fit
🔉
σε φόρμα
🔉
γυμνασμένος
🔉
☆
fitçi
🔉
οπαδός της γυμναστικής (ο)
🔉
☆
fitçilik
🔉
γυμναστική (η)
🔉
φίτνες (το)
🔉
☆
fitil
🔉
φυτίλι (το)
🔉
☆
fitilci
🔉
κατασκευαστής φυτιλιών (ο)
🔉
☆
fitilcilik
🔉
κατασκευή φυτιλιών (η)
🔉
☆
fitilleme
🔉
τοποθέτηση φυτιλιού (η)
🔉
☆
fitillemek
🔉
βάζω φυτίλι
🔉
εφοδιάζω με φυτίλι
🔉
☆
fitillenme
🔉
τοποθέτηση φυτιλιού (η)
🔉
☆
fitillenmek
🔉
μπαίνει φυτίλι
🔉
εφοδιάζομαι με φυτίλι
🔉
☆
fitilli
🔉
με φυτίλι
🔉
☆
fitilsiz
🔉
χωρίς φυτίλι
🔉
☆
fitin
🔉
φυτίλι (το)
🔉
☆
fitleme
🔉
τοποθέτηση φυτιλιού (η)
🔉
☆
fitlemek
🔉
βάζω φυτίλι
🔉
☆
fitlenme
🔉
τοποθέτηση φυτιλιού (η)
🔉
☆
fitlenmek
🔉
μπαίνει φυτίλι
🔉
☆
fitne
🔉
διχόνοια (η)
🔉
ίντριγκα (η)
🔉
στάση (η)
🔉
☆
fitne fücur
🔉
ίντριγκες και ακολασίες (οι)
🔉
☆
fitne kumkuması
🔉
σπέρμα της διχόνοιας (το)
🔉
αρχιϊντριγκαδόρος (ο)
🔉
☆
fitneci
🔉
ιντριγκαδόρος (ο)
🔉
υποκινητής (ο)
🔉
☆
fitnecilik
🔉
ιντριγκαδορία (η)
🔉
υποκίνηση (η)
🔉
☆
fitneleme
🔉
υποκίνηση (η)
🔉
ιντριγκάρισμα (το)
🔉
☆
fitnelemek
🔉
υποκινώ
🔉
ιντριγκάρω
🔉
☆
fitnelik
🔉
διχαστικότητα (η)
🔉
ιντριγκαδορία (η)
🔉
☆
fitocoğrafya
🔉
φυτογεωγραφία (η)
🔉
☆
fitopatoloji
🔉
φυτοπαθολογία (η)
🔉
☆
fitopatolojik
🔉
φυτοπαθολογικός
🔉
☆
fitre
🔉
ζακάτ αλ-φιτρ (το)
🔉
ελεημοσύνη του Ραμαζανιού (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱